Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2007

Γενικός Κανονισμός Προσωπικού (Παλιός)

Ενημέρωση 26-2-2003

ΓΕΝΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΤΕ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΚΑΤ’ ΑΡΘΡΟ



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ




ΑΡΘΡΟ ΣΕΛΙΔΑ

1. Αντικείμενο του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ ……………...…….1
2. Γενική διάκριση προσωπικού…………………………………………………...1
3. Ειδικοί Σύμβουλοι – Ειδικοί Συνεργάτες………………………………………..1
4. Όροι προσλήψεως………………………………………………………………..2
5. Κλάδοι προσωπικού…………………………………………………….………..2
6. Είδος εργασίας προσωπικού………………………………………………….…3
7. Αρχαιότητα………………………………………………………………………...4
8. Εξέλιξη προσωπικού…………………………………………………….….…….5
9. Κίνηση προσωπικού…………………………………………………………...…7
10. Επιλογή Προϊσταμένων θέσεων ευθύνης ……………………………….….9
11. Αναπλήρωση Προϊσταμένων θέσεων ευθύνης……………………………….13
12. Αποδοχές…………………………………………………………………………14
13. Άδειες απουσίας………………………………………………………………….17
14. Ηθικές και Υλικές αμοιβές……………………………………………………….19
15. Εκπαίδευση……………………………………………………………………….20
16. Κοινωνική πρόνοια……………………………………………………………….20
17. Απόλυση…………………………………………………………………………..21
18. Παραίτηση…………………………………………………………………………23


ΑΡΘΡΟ ΣΕΛΙΔΑ
19. Αξιολόγηση – Φάκελος σταδιοδρομίας………………………………………...23
20. Υπηρεσιακά Συμβούλια………………………………………………………….24
21. Υποχρεώσεις προσωπικού………………………………………………….…..27
22. Καταλογισμός ζημιάς…………………………………………………………..…28

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

23. Πειθαρχικά αδικήματα ……………………………………………………29
24. Πειθαρχικές ποινές – Σχέση πειθαρχικών αδικημάτων και ποινών………….32
25. Συρροή αδικημάτων και ποινών………………………………………………...37
26. Σχέση πειθαρχικής διαδικασίας και ποινικής δίκης…………………………....37
27. Παραγραφή πειθαρχικών αδικημάτων………………………………………….38
28. Λήξη πειθαρχικής ευθύνης – Μη εκτέλεση πειθαρχικών αποφάσεων………39
29. Πειθαρχικές δικαιοδοσίες…………………………………………………………39
30. Μονομελείς πειθαρχικές δικαιοδοσίες…………………………………………..39
31. Πειθαρχική προδικασία…………………………………………………………...40
32. Απολογία………………………………………………………………………...…43
33. Ένδικα μέσα κατά αποφάσεων μονομελών πειθαρχικών δικαιοδοσιών…….44
34. Πολυμελείς πειθαρχικές δικαιοδοσίες……………………………………………46
35. Προδικασία επί πολυμελών δικαιοδοσιών………………………………………46
36. Διαδικασία Πειθαρχικών Συμβουλίων……………………………………………47
37. Ένδικα μέσα επί πολυμελών δικαιοδοσιών……………………………………..49
38. Εκτέλεση πειθαρχικών αποφάσεων……………………………………………..50
39. Πειθαρχικό Μητρώο – Διαγραφή πειθαρχικών ποινών………………………. 50
40. Αργία………………………………………………………… …………………..51

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΠΟΥ ΥΠΗΡΕΤΕΙ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

ΑΡΘΡΟ ΣΕΛΙΔΑ
41. Ένταξη κατά Κλάδο………………………………………………………………53
42. Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα…………………………………………………53
43. Ένταξη κατά βαθμό………………………………………………………………54
44. Ειδικότητες………………………………………………………………………. 54
45. Είδος εργασίας……………………………………………………………………55
46. Όριο ηλικίας……………………………………………………………………… 55
47. Λόγοι απολύσεως…………………………………………………………….…..56
48. Πειθαρχική διαδικασία και χρόνος διαγραφής ποινών…………………….….57
49. Λοιπές μεταβατικές διατάξεις……………………………………………………57


ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

50. Τελικές διατάξεις………………………………………………………………… 58



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

Α Ρ Θ Ρ Ο 1

Αντικείμενο του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού.


Ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού (ΓΚΠ) περιλαμβάνει τους κανόνες οι οποίοι διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του Μόνιμου και Δόκιμου προσωπικού που συνδέεται με τον ΟΤΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Στον παρόντα Κανονισμό δεν υπάγονται οι ειδικώς προσλαμβανόμενοι για την Υπηρεσία Ασφαλείας ( πρόσθετοι Αστυφύλακες) καθώς και οι πλοίαρχοι και τα πληρώματα των καλωδιακών πλοίων.


Α Ρ Θ Ρ Ο 2

Γενική διάκριση προσωπικού.


1. Το υπαγόμενο στον παρόντα Κανονισμό προσωπικό διακρίνεται σε Μόνιμο και Δόκιμο.

Μόνιμο είναι το προσωπικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες.

Δόκιμο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας ενός έτους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του παρόντος Κανονισμού.

2. Ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης. Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό.


ΑΡΘΡΟ 3

Ειδικοί Σύμβουλοι- Ειδικοί Συνεργάτες

1. Προς αντιμετώπιση εξαιρετικών υπηρεσιακών αναγκών, ο Διευθύνων Σύμβουλος δύναται να προσλαμβάνει έως 15 άτομα με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας μέχρι τριών ετών, ειδικούς Συμβούλους ή ειδικούς Συνεργάτες. Η ανωτέρω σύμβαση δύναται να παραταθεί, για μια μόνο φορά, μέχρι ένα έτος.

2. Η κατά τον ανωτέρω τρόπο πρόσληψη προσωπικού πραγματοποιείται κατόπιν αποφάσεως του Διευθύνοντος Συμβούλου στην οποία καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, ο τρόπος και η διάρκεια της εκτέλεσης της εργασίας ως και οι αποδοχές των εν λόγω Ειδικών Συμβούλων ή Συνεργατών.

3. Οι προσλαμβανόμενοι ως ειδικοί Σύμβουλοι ή ειδικοί Συνεργάτες εξομοιώνονται κατ ουσία από άποψη συνεπειών με τους μετακλητούς υπαλλήλους και δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.


Α Ρ Θ Ρ Ο 4

Οροι προσλήψεως

1. Κάθε πρόσληψη γίνεται υπό δοκιμή διάρκειας ενός έτους, με απόφαση του οικείου Συμβουλίου. Η πρόσληψη είναι αυτοδικαίως άκυρη εάν ο υπό πρόσληψη δεν αναλάβει υπηρεσία εντός μηνός από την ημερομηνία που αναγράφεται στη σχετική απόφαση.

2. Επιφυλασσομένων των διατάξεων του νόμου, η πρόσληψη θα γίνεται έπειτα από προκήρυξη των θέσεων, για κάλυψη των κατά τόπους υπηρεσιακών αναγκών, είτε μέσω διαγωνισμού , είτε με επιλογή ύστερα από συνέντευξη. Οι υπό πρόσληψη θα υπόκεινται σε εκπαίδευση στη Σχολή Προσωπικού ΟΤΕ επί ανάλογο χρόνο, που θα καθορίζεται εκάστοτε αρμοδίως, και όσοι από αυτούς αποφοιτούν επιτυχώς θα υπογράφουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπό δοκιμή διάρκειας ενός έτους, άλλως δεν προσλαμβάνονται.

3. Στην κατά τα ανωτέρω προκήρυξη αναγράφονται κατά περίπτωση αναλυτικά οι όροι και οι προϋποθέσεις καθώς και τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που πρέπει να συγκεντρώνουν οι υποψήφιοι.

4. Το υπό δοκιμή προσωπικό, που κρίνεται και αξιολογείται επιτυχώς, προσλαμβάνεται οριστικά με απόφαση του οικείου Συμβουλίου και καθίσταται Μόνιμο από την επομένη της ημερομηνίας λήξεως της υπό δοκιμή προσλήψεώς του.

Α Ρ Θ Ρ Ο 5

Κλάδοι Προσωπικού.

Το Προσωπικό διακρίνεται κατά Κλάδους ως εξής :

Εξειδικευμένο (Ε)
Τεχνικό (Τ)
Διοικητικό-Εκμεταλλεύσεως (Δ)
Οικονομικό (Ο)
Υποστήριξης (Υ)

Α Ρ Θ Ρ Ο 6

Είδος εργασίας Προσωπικού.


1. Το προσωπικό εκτελεί το είδος εργασίας, που καθορίζεται στη σύμβαση εργασίας του. Σε περίπτωση που για την εκτέλεση ορισμένου είδους εργασίας απαιτείται κατά νόμον άδεια, η εργασία αυτή εκτελείται απαραίτητα και υποχρεωτικά από προσωπικό που κατέχει την άδεια αυτή.
Οσάκις δεν υπάρχει αντικείμενο εργασίας κατά τα ανωτέρω για την πλήρη απασχόληση του προσωπικού, αυτό εκτελεί :
α. Αλλο είδος εργασίας, κατόπιν αιτήσεώς του, με απόφαση του οικείου Συμβουλίου
β. Υποχρεωτικά, άλλο είδος εργασίας ανάλογο των τυπικών και ουσιαστικών του προσόντων, με απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου.

2. Το προσωπικό που κατέχει θέση ευθύνης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Υπηρεσιακό Οργανισμό, και για όσο χρόνο την κατέχει, ασκεί τα καθήκοντα του Προϊσταμένου , έχοντας όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη θέση αυτή και φέρει τον τίτλο του Προϊσταμένου της Υπηρεσιακής Λειτουργίας, της οποίας προϊσταται.

3. Στην εργασία του προσωπικού συμπεριλαμβάνεται κάθε άλλο έργο που αναλαμβάνει και εκμεταλλεύεται ο ΟΤΕ μέσα στις Υπηρεσιακές Λειτουργίες του.

4. Το προσωπικό εκτελεί και την εργασία των πωλήσεων και της πληροφορικής κατά σύστημα, όρους και προϋποθέσεις, κατά τα ειδικότερον οριζόμενα σε εγκύκλιο της Διοίκησης.

5. Στο προσωπικό δύναται, παράλληλα με την άσκηση της κατά τα ανωτέρω εργασίας, ή κατ αποκλειστικότητα, να ανατίθεται και η διοίκηση έργου, κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στον Κανονισμό διοίκησης έργου.
Επίσης το προσωπικό υποχρεούται παράλληλα με την άσκηση της εργασίας του να συμμετέχει σε Ομάδες εργασίας, Επιτροπές κλπ .

6. Μόνιμο προσωπικό κρινόμενο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 17 παρ. 1β και 13 παρ.Γ2 του Κανονισμού αυτού, ανίκανο για το είδος εργασίας που εκτελεί, αλλάζει υποχρεωτικά είδος εργασίας με απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου και απασχολείται σε είδος εργασίας που δύναται να εκτελεί, σύμφωνα με σχετική γνωμοδότηση της Υγειονομικής Επιτροπής.

7. Το προσωπικό, εφόσον κατέχει το απαιτούμενο δίπλωμα οδήγησης, υποχρεούται να οδηγεί τα υπηρεσιακά μεταφορικά μέσα, που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση της εργασίας του, σύμφωνα με τις ανάγκες του Οργανισμού.

8. Η Διοίκηση δύναται για την κάλυψη υφισταμένων υπηρεσιακών αναγκών να προκηρύξει θέσεις εργασίας, τις οποίες δύναται να καταλάβει το προσωπικό που
έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου, κατόπιν αιτήσεώς του, αλλάζοντας Κλάδο εάν αυτό απαιτείται (εσωτερική πρόσληψη)


ΑΡΘΡΟ 7

Α ρ χ α ι ό τ η τ α

1. Η γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (Γ.Υ.Α) του προσωπικού καθορίζεται από το χρόνο της υπό δοκιμή προσλήψεώς του στον Οργανισμό.

2. Το προσωπικό προσμετρά στην Γ.Υ.Α και τον χρόνο τυχόν προϋπηρεσίας του με σχέση εξαρτημένης εργασίας στον ΟΤΕ. Ο χρόνος μειωμένης απασχόλησης λογίζεται ότι ισοδυναμεί με το μισό του αντίστοιχου χρόνου πλήρους απασχόλησης.

Αναδρομικές διαφορές αποδοχών εκ της τοιαύτης προσμετρήσεως δεν καταβάλλονται.

3. Αφαιρείται και δεν υπολογίζεται στην αρχαιότητα:

α. Ο χρόνος των ειδικών αδειών χωρίς αποδοχές καθώς και των αδειών για ιδιωτικούς λόγους χωρίς αποδοχές , αν ο χρόνος αυτός σε κάθε περίπτωση, είναι μεγαλύτερος των 30 ημερών (συμπεριλαμβανομένων των Σαββάτων και των αργιών) κατά ημερολογιακό έτος, οπότε αφαιρείται το σύνολο των ημερών της άδειας.

β. Ο χρόνος της αδικαιολόγητης απουσίας από την Υπηρεσία.

γ. Ο χρόνος που το προσωπικό έχει τεθεί σε κατάσταση αργίας σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 40 του παρόντος Κανονισμού.

δ. Ο χρόνος της προσωρινής απόλυσης.

4. Προσωπικό το οποίο καλείται στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων ένεκα επιστρατεύσεως ή άλλων λόγων, διατηρεί κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του υπηρεσίας τη θέση του στον Οργανισμό και επανέρχεται αυτοδίκαια σ'αυτόν μετά την απόλυσή του εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου. Ο ανωτέρω χρόνος λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό.

5. Ως χρόνος της υπό δοκιμή προσλήψεως ορίζεται η ημερομηνία που αναφέρεται στη σχετική απόφαση του οικείου Συμβουλίου.





A Ρ Θ Ρ Ο 8

Εξέλιξη προσωπικού

1. Το προσωπικό εξελίσσεται κατά βαθμό, σύμφωνα με τις κατωτέρω αρχές, προϋποθέσεις, όρους και διαδικασία :

α. Το προσωπικό εξελίσσεται στους βαθμούς Ε, Δ, Γ, Β, Α, από τους οποίους ο Ε είναι ο κατώτερος και ο Α ο ανώτατος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις κατωτέρω παραγράφους του παρόντος άρθρου.
Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, ο εισαγωγικός βαθμός , ο χρόνος παραμονής σε αυτόν και ο καταληκτικός βαθμός εκάστου υπαλλήλου προσδιορίζεται από τη στάθμη του τίτλου σπουδών που είναι απαιτητός για την πρόσληψή του σύμφωνα με την προκήρυξη.

β. Η προαγωγή στον επόμενο βαθμό πραγματοποιείται αφού συμπληρωθεί ο κατά περίπτωση αναγκαίος χρόνος παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό.

γ. Μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου βαθμού δεν ισχύει η αρχαιότητα.

δ. Η εκτέλεση του υπηρεσιακού έργου είναι υποχρεωτική και ανεξάρτητη από το βαθμό που φέρει το προσωπικό.
Ο κατεχόμενος βαθμός δεν λαμβάνεται υπόψη για την επιλογή του προσωπικού μέσω της προκήρυξης για την κατάληψη θέσης ευθύνης.

ε. Ο προϊστάμενος κάθε Υπηρεσιακής Λειτουργίας δύναται να επιλέγει από το προσωπικό τον κατά την κρίση του καταλληλότερο, μεταξύ των κατεχόντων τον ανώτερο βαθμό, ως επικεφαλής για την επίβλεψη και τον συντονισμό ορισμένης εργασίας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο ανωτέρω περιορισμός δεν ισχύει.

2. Το προσωπικό από την ημερομηνία της μονιμοποίησής του εντάσσεται στον εισαγωγικό βαθμό που αντιστοιχεί στον τίτλο σπουδών που είναι απαιτητός κατά την πρόσληψή του, ως εξής :

α. Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και Διδακτορικό δίπλωμα ή μεταπτυχιακό δίπλωμα επιπέδου Master, στο βαθμό Γ, στον οποίο πρέπει να παραμείνει επί 3 έτη και εξελίσσεται μέχρι τον ανώτατο βαθμό Α.

β. Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης πενταετούς φοίτησης (ΠΕ5), στο βαθμό Γ, στον οποίο πρέπει να παραμείνει επί 5 έτη και εξελίσσεται μέχρι τον ανώτατο βαθμό Α.


γ. Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης τετραετούς φοίτησης (ΠΕ4), στο βαθμό Γ, στον οποίο πρέπει να παραμείνει επί 7 έτη και εξελίσσεται μέχρι τον ανώτατο βαθμό Α.

δ. Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), στο βαθμό Γ, στον οποίο πρέπει να παραμείνει επί 9 έτη και εξελίσσεται μέχρι τον ανώτατο βαθμό Α.

ε. Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ), στο βαθμό Δ, στον οποίο πρέπει να παραμείνει επί 7 έτη και εξελίσσεται μέχρι τον ανώτατο βαθμό Α.

στ. Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) στο βαθμό Ε, στον οποίο πρέπει να παραμείνει επί 7 έτη και εξελίσσεται μέχρι το βαθμό Β.

3. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην ανωτέρω παράγραφο 2 ως προς το χρόνο παραμονής στον εισαγωγικό βαθμό κάθε περαιτέρω προαγωγή επιτρέπεται μόνο στον αμέσως ανώτερο του κατεχομένου βαθμό και εφόσον στον κατεχόμενο βαθμό συμπληρώθηκε 6ετής υπηρεσία.

4. Μόνιμο προσωπικό που έχει ή θα αποκτήσει τίτλο σπουδών ανώτερης στάθμης του απαιτουμένου για την πρόσληψή του, εφόσον αλλάξει είδος εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος κανονισμού και στη νέα του θέση εργασίας απαιτείται ο εν λόγω τίτλος σπουδών, επανεντάσσεται βαθμολογικά από την ημερομηνία αλλαγής του είδους εργασίας του, ως εξής :
α. Εάν κατέχει βαθμό κατώτερο του εισαγωγικού που αντιστοιχεί στον τίτλο σπουδών, εντάσσεται στον αντίστοιχο εισαγωγικό βαθμό και παραμένει επί τόσο χρόνο, όσο απαιτείται κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω παράγραφο 2.

β. Εάν ευρίσκεται στον εισαγωγικό βαθμό που αντιστοιχεί στον τίτλο σπουδών του, ο χρόνος που έχει παραμείνει σ αυτόν προσμετράται για την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό με βάση τον τίτλο αυτό.

5. Οι προαγωγές του προσωπικού στον επόμενο βαθμό διενεργούνται αυτοδίκαια από την Υπηρεσία και ανατρέχουν από 1ης Ιανουαρίου εκάστου έτους, εφόσον κατά την ως άνω ημερομηνία το προσωπικό έχει συμπληρώσει τον κατά περίπτωση απαιτούμενο για την προαγωγή του ελάχιστο χρόνο, εξαιρέσει :

α. Των διατελούντων κατά την 1η Ιανουαρίου του έτους προαγωγής σε κατάσταση αργίας, καθώς και των τιμωρηθέντων με οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, πλην της τοιαύτης της εγγράφου επιπλήξεως, που δεν έχει διαγραφεί μέχρις της 1ης Ιανουαρίου του έτους της προαγωγής.

β. Των εγκληθέντων για οποιοδήποτε πειθαρχικό αδίκημα, εφόσον η οικεία πειθαρχική απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη κατά την 1η Ιανουαρίου του έτους προαγωγής και




γ. Των καταταγέντων σε βαθμίδα κατώτερη της μέσης βαθμίδας αξιολόγησης σε Φύλλο Αξιολόγησης του προηγουμένου έτους κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα στο σύστημα αξιολόγησης της απόδοσης του προσωπικού.

6. Oσοι εμπίπτουν στις ανωτέρω α έως γ περιπτώσεις, παραπέμπονται στο οικείο Συμβούλιο, που δύναται :
α. Να μην τους προαγάγει.
β. Να τους προαγάγει, από την ίδια ημερομηνία που θα προάγονταν αυτοδίκαια.
Οι τιμωρηθέντες με ποινή προστίμου ή προσωρινής απόλυσης δεν προάγονται και δεν παραπέμπονται στο οικείο Συμβούλιο επί τόσα έτη από της τελεσιδικίας της αποφάσεως, όσα αναγράφονται κατωτέρω :
Τιμωρηθέντες με πρόστιμο από δεκαπέντε ημέρες μέχρι ένα μήνα , επί ένα έτος.
Τιμωρηθέντες με πρόστιμο άνω του ενός μήνα , επί δύο έτη.
Τιμωρηθέντες με προσωρινή απόλυση μέχρι τριών μηνών, επί τρία έτη.
Τιμωρηθέντες με προσωρινή απόλυση άνω των τριών μηνών, επί τέσσερα έτη.

7. Προσωπικό που παραπέμφθηκε στο οικείο Συμβούλιο, λόγω επιβολής σε αυτό πειθαρχικής ποινής, και προάχθηκε, δεν παραπέμπεται τα επόμενα έτη λόγω της ίδιας ποινής.


Α Ρ Θ Ρ Ο 9


Κίνηση προσωπικού
A' ΜΕΤΑΘΕΣΗ

1. Το προσωπικό μετατίθεται είτε ένεκα υπηρεσιακών αναγκών είτε με αίτησή του,σύμφωνα με τον Κανονισμό Μεταθετότητας.

2. Αρμόδιο όργανο για την απόφαση της μετάθεσης του προσωπικού είναι:

α. Ο άμεσα ιεραρχικός προϊστάμενος των Υπηρεσιακών Λειτουργιών στις οποίες υπάγονται, τόσο η Υπηρεσία στην οποία υπηρετεί το προσωπικό, όσο και η Υπηρεσία στην οποία αυτό μετατίθεται, όταν πρόκειται για μετάθεση εντός της ίδιας έδρας.

β. Το Περιφερειακό Συμβούλιο για το προσωπικό που υπάγεται στη δικαιοδοσία της οικείας Περιφέρειας, όταν πρόκειται για μετάθεση από έδρα σε έδρα εντός της ίδιας Περιφέρειας.

γ. Το Κεντρικό Συμβούλιο για κάθε άλλη περίπτωση.

3. Σε επείγουσες περιπτώσεις, όπως παραίτηση προσωπικού, κατάσταση αργίας, μακρά αναρρωτική άδεια, κλπ οι μεταθέσεις που αναφέρονται στα εδάφια β και γ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου δύναται να αποφασίζονται από τον Προϊστ. του Τηλεπ. Διαμερίσματος ή της Τηλεπ. Περιφέρειας ή το Γενικό Διευθυντή Προσωπικού και Εκπαίδευσης αντίστοιχα, οι οποίοι στη συνέχεια εισάγουν το θέμα στο οικείο Συμβούλιο προς επικύρωση.

4. Στο μετατιθέμενο από έδρα σε έδρα προσωπικό, καταβάλλονται από τον ΟΤΕ τα έξοδα μετακινήσεως αυτού και της οικογενείας του και μεταφοράς της οικοσκευής του κατά τα ειδικότερα με απόφαση του Διευθύνοντα Σύμβουλου καθοριζόμενα. Επίσης στο μετατιθέμενο από έδρα σε έδρα ένεκα υπηρεσιακών αναγκών προσωπικό καταβάλλεται επί πλέον για έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως το ποσόν ενός μηνιαίου τακτικού μισθού του και όχι λιγότερο του ενός μέσου τακτικού μισθού προκειμένου περί αγάμου ή ενός και ημίσεος τακτικού μισθού, κατά τα προηγούμενα, προκειμένου περί εγγάμου προσωπικού ή διαζευγμένου ή διατελούντος σε κατάσταση χηρείας ή αγάμων γονέων, εφόσον στις τελευταίες τρεις περιπτώσεις έχει την επιμέλεια ανηλίκων τέκνων.

5 Κατ' εξαίρεση των διατάξεων περί μεταθέσεως, προσωπικό που προσλαμβάνεται για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ορισμένης περιοχής, δεν μετατίθεται σε άλλη περιοχή ούτε δύναται να υποβάλει αίτηση μεταθέσεως πριν από τη συμπλήρωση δεκαετούς τουλάχιστον υπηρεσίας από την πρόσληψή του. Εντούτοις το προσωπικό αυτό δύναται να μετατίθεται και πριν τη συμπλήρωση του ανωτέρω χρόνου μόνο ένεκα υπηρεσιακών αναγκών.

Β' AΠΟΣΠΑΣΗ- ΛΟΙΠΕΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ

1. Το προσωπικό που δεν κατέχει θέση ευθύνης αποσπάται στην ίδια ή σε άλλη έδρα είτε με αίτησή του, αδαπάνως για τον Οργανισμό, είτε για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών. Η απόσπαση κατόπιν αιτήσεως δεν δύναται να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, δύναται όμως να παραταθεί με απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου.

2. Το προσωπικό μετακινείται για υπηρεσιακούς, εκπαιδευτικούς, ή άλλους λόγους (παράσταση ενώπιον Δικαστικής Αρχής, Πειθαρχικού Συμβουλίου κλπ) στην ίδια ή σε άλλη έδρα ή στο εξωτερικό.

3. Η κατά τις ανωτέρω παραγράφους 1 και 2 απόσπαση και μετακίνηση προσωπικού γίνεται με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου.

4. Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για την εφαρμογή των ανωτέρω 1, 2 και 3 παραγράφων καθορίζονται κάθε φορά με σχετική Εγκύκλιο της αρμόδιας Υπηρεσίας.

5. Σε κάθε περίπτωση απόσπασης ή μετακίνησης του προσωπικού για υπηρεσιακές ανάγκες ή άλλους λόγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων 1 και 2, καταβάλλονται στον μετακινούμενο, με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται από το Δ/ντα Σύμβουλο, τα οδοιπορικά έξοδα και, για κάθε κάθε εκτός έδρας διανυκτέρευση, αποζημίωση ίση με τα 250/100 του εκάστοτε καθοριζόμενου κατώτατου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, προς αντιμετώπιση δαπανών τροφής κλπ, καθώς και οι πραγματικές δαπάνες διαμονής.

6 Μόνιμο προσωπικό, που αποδέχεται ύστερα από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ θέση σε Διεθνή Οργανισμό στον οποίο μετέχει και η Ελλάδα ή σε 'Οργανα τέτοιου Οργανισμού, λογίζεται ότι τελεί σε ειδική απόσπαση κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στον ανωτέρω Οργανισμό ή 'Οργανο αυτού. Στην εγκριτική απόφαση περιλαμβάνονται οι όροι, σύμφωνα με τους οποίους παρέχεται και ανακαλείται η έγκριση αυτή, ως και η διάρκεια της αποσπάσεως. Παράταση αποσπάσεως επιτρέπεται με απόφαση του ιδίου Συμβουλίου.
Το προσωπικό αυτό λογίζεται ότι λαμβάνει αποδοχές ίσες με τις βαρύνουσες τον εργαζόμενο ασφαλιστικές εισφορές προς τα Ασφαλιστικά Ταμεία, οι οποίες παρακρατούνται και αποδίδονται από τον Οργανισμό, μαζί με τις δικές του ασφαλιστικές εισφορές, στα οικεία Ταμεία. Το εν λόγω προσωπικό διατηρεί όλα τα δικαιώματα και τις εναρμονιζόμενες με τη θέση του υποχρεώσεις του μόνιμου προσωπικού.

7. Επιτρέπεται μετά από αίτηση του προσωπικού και με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου απόσπαση του προσωπικού σε θυγατρικές εταιρίες του ΟΤΕ ή σε άλλες εταιρίες που συμμετέχει ο ΟΤΕ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η κατά τα ανωτέρω απόσπαση δύναται να πραγματοποιηθεί με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου,χωρίς να απαιτηθεί αίτηση του προσωπικού.Σε αυτές τις περιπτώσεις η απόσπαση δεν δύναται να υπερβαίνει τους έξι μήνες.
Το κατόπιν αιτήσεώς του αποσπασμένο προσωπικό επιστρέφει στον Οργανισμό, είτε με αίτησή του είτε με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου εντός προθεσμίας 2 μηνών από της σχετικής ειδοποιήσεως της εταιρίας.

8. Το προσωπικό των ανωτέρω παραγράφων 6 και 7 κατά τον χρόνο της αποσπάσεώς του δεν δικαιούται της αποζημιώσεως της παραγράφου 5.
Επίσης το προσωπικό της παραγράφου 6 δεν δικαιούται και των οδοιπορικών εξόδων, που καθορίζονται στην ανωτέρω παράγραφο 5.

9. Το προσωπικό δύναται, με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου, να μεταταγεί σε θυγατρικές εταιρίες του Οργανισμού, κατόπιν αιτήσεώς του και έπειτα από σύμφωνη γνώμη της θυγατρικής εταιρίας.

Α Ρ Θ Ρ Ο 10

Επιλογή Προϊσταμένων θέσεων ευθύνης.

1. Η πλήρωση των θέσεων Προϊσταμένων Υπηρεσιακών Λειτουργιών στάθμης Διεύθυνσης,Υποδιεύθυνσης, Διαμερίσματος και Συγκροτήματος πραγματοποιείται:

α. Με προκήρυξη των οικείων θέσεων από το Διευθύνοντα Σύμβουλο.






Εξαιρείται η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου και η Υπηρεσία Επικοινωνίας, οι Προϊστάμενοι των οποίων ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο.


β. Με βάση τα κατωτέρω ενδεικτικά σημειούμενα κριτήρια αξιολόγησης.
1. Γραμματικές γνώσεις.
2. Ξένες Γλώσσες.
3. Προϋπηρεσία στον ΟΤΕ.
4. Aσκηση καθηκόντων Προϊσταμένου.
5. Ετήσια αξιολόγηση.
6.Επαγγελματική εμπειρία στο αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης.
7. Ικανότητες διοίκησης και ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού.
8. Ικανότητες σχεδιασμού, οργάνωσης, προγραμματισμού και ελέγχου.
9. Προσωπικότητα-κύρος.
10.Προσαρμοστικότητα- ευελιξία.
Τα κριτήρια αυτά βαθμολογούνται με συντελεστές βαρύτητας, οι οποίοι προσδιορίζονται σύμφωνα με το συνημμένο παράρτημα. Εντούτοις, για όσες Υπηρεσιακές Λειτουργίες κρίνεται αναγκαίο, ο Διευθύνων Σύμβουλος, με τη σύμφωνη γνώμη της ΟΜΕ- ΟΤΕ, δύναται να ορίσει διαφορετικά κριτήρια ή συντελεστές βαρύτητας κατά περίπτωση.

γ. Με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 5 ημερών σχετικής αιτήσεως μετά βιογραφικού σημειώματος.

2. Δικαίωμα υποβολής αιτήσεως έχει το προσωπικό, πλην του Κλάδου Υποστήριξης, ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας στον ΟΤΕ και τη στάθμη εκπαίδευσης, ως ακολούθως :

Οι κάτοχοι Doctorat με 8ετή υπηρεσία στον ΟΤΕ.

Οι κάτοχοι μεταπτυχιακού διπλώματος επιπέδου Master με 9ετή υπηρεσία στον ΟΤΕ.

Οι πτυχιούχοι Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) και ΑΤΣ-ΟΤΕ με 10ετή υπηρεσία στον ΟΤΕ.

Οι πτυχιούχοι Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ) με 14ετή υπηρεσία στον ΟΤΕ.

Οι κάτοχοι απολυτηρίου τίτλου σπουδών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) με 18ετή υπηρεσία στον ΟΤΕ.

Για το προσωπικό που προσλήφθηκε ή θα προσληφθεί μετά την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Κανονισμού (10-6-99), λαμβάνονται υπόψη μόνο οι τίτλοι σπουδών που ήσαν ή θα είναι απαιτητοί κατά την πρόσληψή του. Τυχόν κατεχόμενοι ή κτηθησόμενοι τίτλοι ανώτερης στάθμης δεν λαμβάνονται υπόψη, εκτός εάν το προσωπικό αλλάξει είδος εργασίας με βάση τους τίτλους αυτούς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του ΓΚΠ-ΟΤΕ.

Το προσωπικό που έχει τιμωρηθεί τελεσίδικα με ποινή προστίμου 15 ημερών και άνω, ή με προσωρινή απόλυση, που δεν έχουν διαγραφεί, δεν έχει δικαίωμα υποβολής υποψηφιότητας.

3. Κάθε υποψήφιος έχει δικαίωμα να θέσει υποψηφιότητα για δύο (2) κατ’ανώτατο όριο προκηρυσσόμενες θέσεις εντός του αυτού έτους, είτε οι θέσεις προκηρύσσονται μεμονωμένα είτε συνολικά.

Υποψήφιος που δεν συγκεντρώνει βαθμολογία τουλάχιστον 60% του ανώτατου ορίου μορίων, δεν έχει δικαίωμα υποψηφιότητας για κατάληψη θέσης του αυτού ή ανώτερου επιπέδου, προ της παρέλευσης διετίας.


4. Σε περίπτωση μη αποδοχής της θέσεως ευθύνης ή αποχώρησης ή απομάκρυνσης για οποιοδήποτε λόγο από την θέση του επιλεγέντος εντός ενός έτους από την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων του, αναλαμβάνει ο δεύτερος, κατά σειρά αξιολόγησης, του πίνακα επιλογής, εφόσον έχει βαθμολογία τουλάχιστον 60% του ανωτάτου ορίου μορίων.


5. Η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από Επιτροπή που ορίζεται κάθε φορά από το Διευθύνοντα Σύμβουλο. Η Επιτροπή θα εγγυάται το αδιάβλητο της όλης διαδικασίας, συγκροτούμενη κατά περίπτωση, από τα εξής μέλη :


α. Για Προϊσταμένους Τηλεπ. Περιφερειών :
- Το Διευθύνοντα Σύμβουλο, ως Πρόεδρο, αναπληρούμενο από τον Εντεταλμένο Αντιπρόεδρο.
- Δύο Γενικούς Διευθυντές, με αναπληρωτές ισάριθμους Γενικούς Διευθυντές.
- Έναν εκπρόσωπο της ΟΜΕ-ΟΤΕ, που ορίζεται από αυτή, με έναν αναπληρωτή, χωρίς δικαίωμα ψήφου.


β. Για Προϊσταμένους λοιπών Υπηρεσιακών Λειτουργιών στάθμης Διεύθυνσης :
- Το Διευθύνοντα Σύμβουλο, ως Πρόεδρο, αναπληρούμενο από τον Εντεταλμένο Αντιπρόεδρο ή ένα Γενικό Διευθυντή.
- Το Γενικό Διευθυντή στον οποίο υπάγεται η προκηρυσσόμενη θέση.
- Ένα Γενικό Διευθυντή, με αναπληρωτή άλλο Γενικό Διευθυντή.
- Έναν εκπρόσωπο της ΟΜΕ-ΟΤΕ, που ορίζεται από αυτή, με έναν αναπληρωτή, χωρίς δικαίωμα ψήφου.


γ. Για Προϊσταμένους Υποδ/νσεων, Διαμερισμάτων και Συγκροτημάτων :
- Δύο Γενικούς Διευθυντές, ένας από τους οποίους ορίζεται Πρόεδρος με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου, με αναπληρωτές ισάριθμους Γενικούς Διευθυντές.

- Τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης στην οποία υπάγεται η προκηρυσσόμενη θέση.
- Έναν εκπρόσωπο της ΟΜΕ-ΟΤΕ, που ορίζεται από αυτή, με έναν αναπληρωτή, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Σε κάθε περίπτωση αποκλείεται η αναπλήρωση μέλους της Επιτροπής, ενδιάμεσα της διαδικασίας αξιολόγησης υποψηφίων για την ίδια θέση.


6. Η σειρά κατάταξης- αξιολόγησης των επιλεγομένων υποψηφίων κατά τα ανωτέρω είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τους καταταγέντες στον πίνακα επιλογής. Σε περίπτωση υπάρξεως ισοψηφίας ο Διευθύνων Σύμβουλος επιλέγει τον κατά την κρίση του καταλληλότερο.


7. Η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού που επιλέχθηκε, πραγματοποιείται με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου, που εκδίδεται άμεσα.


8. Καταργήθηκε (εσσε 13.2.2003).

9. Είναι δυνατή η άνοδος επιλεγέντος υποψηφίου, σε ανώτερη θέση, όταν αυτή κενωθεί εντός ενός έτους από την ανάληψη καθηκόντων από τον επιλεγέντα, εφόσον η βαθμολογία του είναι ίση ή μεγαλύτερη από το 60% του ανωτάτου ορίου μορίων και είναι ο δεύτερος στον πίνακα επιλογής της κενωθείσας θέσης.

10. Στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους, για τους κατά τα ανωτέρω επιλεγέντες ή κατέχοντες ορισμένη θέση Προϊσταμένου, συντάσσονται από τους ιεραρχικά προϊσταμένους εκθέσεις για την ποιοτική και ποσοτική τους απόδοση και γενικά αποτελεσματικότητά τους με βάση το Σύστημα Αξιολόγησης, σε συνδυασμό με τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, των οικείων επιθεωρήσεων, τα στοιχεία του τεχνικού, οικονομικού και εκμεταλλεύσεως ελέγχου κλπ.

11. Προκήρυξη θέσης ευθύνης την οποία κατέχει προσωπικό που επιλέχθηκε κατά τα ανωτέρω, γίνεται οποτεδήποτε με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου, ύστερα από εισήγηση των ιεραρχικά προϊσταμένων.
Ανάκληση προϊσταμένου, επιλεγέντος σύμφωνα με τις διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων, από τη θέση που κατέχει, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος γίνεται οποτεδήποτε με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου.

12. Σε περίπτωση μη υπάρξεως υποψηφίων ή σε περίπτωση που οι υποψήφιοι δεν επιτύχουν βαθμολογία ίση ή μεγαλύτερη του 60% του ανώτατου ορίου, τότε ο Διευθύνων Σύμβουλος επαναπροκηρύσσει τη θέση.







13. Εξουσιοδοτείται ο Διευθύνων Σύμβουλος όπως με απόφασή του επιλύει όλα τα προβλήματα που ενδέχεται να προκύψουν κατά την εφαρμογή του θεσμού

14. Η βαθμολογία των αξιολογητών σε κάθε κριτήριο, δεν θα πρέπει να διαφέρει περισσότερο από δύο βαθμίδες της κλίμακας βαθμολόγησης.

15. Για ορισμένες Υπηρεσιακές Λειτουργίες που καθορίζονται εκάστοτε με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου και σύμφωνη γνώμη της ΟΜΕ-ΟΤΕ, προσαπαιτείται χρόνος επαγγελματικής εμπειρίας του προσωπικού στο αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης, τουλάχιστον δύο (2) ετών, ως και ιδιαίτερες πρόσθετες απαιτήσεις, που θα ορίζονται κατά περίπτωση.

16. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον υπάρχει κενή θέση Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Διευθύνσεως, Υποδιευθύνσεως, Διαμερίσματος ή Συγκροτήματος, τοποθετείται Προϊστάμενος προσωρινά μέχρι πληρώσεως της θέσεως με τη διαδικασία της προκήρυξης, με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου, ύστερα από πρόταση των ιεραρχικά Προϊσταμένων.

17. Η πλήρωση των θέσεων Προϊσταμένων των λοιπών επιπέδων διοίκησης γίνεται :

α. προκειμένου για θέσεις Προϊσταμένων Υπηρεσιακών Λειτουργιών, που υπάγονται σε Τηλεπ. Περιφέρειες, με απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου, ύστερα από πρόταση του οικείου Διαμερισματάρχη ή Συγκροτηματάρχη.

β. προκειμένου για θέσεις Προϊσταμένων των λοιπών Υπηρεσιακών Λειτουργιών, με απόφαση του Γενικού Διευθυντή Διοίκησης & Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, ύστερα από πρόταση του οικείου Γενικού Διευθυντή.




Α Ρ Θ Ρ Ο 11


Αναπλήρωση Προϊσταμένων θέσεων ευθύνης


1. Ο Προϊστάμενος κάθε θέσης ευθύνης ορίζει ως αναπληρωτή του ένα εκ των Προϊσταμένων θέσεων ευθύνης του αμέσως κατωτέρου επιπέδου, που υπάγονται σε αυτόν και υπηρετούν στην αυτή έδρα.

2. Εάν δεν υπάρχει θέση ευθύνης κατωτέρου επιπέδου, ο Προϊστάμενος ορίζει ως αναπληρωτή του έναν από τους υφισταμένους του .




3. Σε κάθε περίπτωση, εάν δεν είναι δυνατόν λόγω φυσικής αδυναμίας του οικείου προϊσταμένου να ορισθεί ο αναπληρωτής του, αρμόδιος για τον ορισμό του είναι ο άμεσος ιεραρχικός προϊστάμενος αυτού.

4. Σε περίπτωση που ελλείπει ο Προϊστάμενος της θέσης ευθύνης καθήκοντα Προϊσταμένου ασκεί προσωρινά,μέχρι πληρώσεως της θέσης αυτής με τη διαδικασία του άρθρου 10, ο κατά τα ανωτέρω αναπληρωτής.

5. Ο αναπληρωτής προϊσταμένου κατά τη διάρκεια της αναπλήρωσης έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη θέση ευθύνης.


A Ρ Θ Ρ Ο 12

Αποδοχές

Α. ΤΡΟΠΟΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ.

1. Το προσωπικό αμείβεται με μηνιαίες αποδοχές. Οι αποδοχές καταβάλλονται τμηματικά την 1η και 16η ημέρα κάθε μήνα.

2. Η αξίωση για αποδοχές αρχίζει από την ημερομηνία ανάληψης εργασίας. Επί μισθολογικής προαγωγής, οι αποδοχές της νέας μισθολογικής βαθμίδας καταβάλλονται από την 1η Ιανουαρίου του αντίστοιχου της μισθολογικής προαγωγής έτους.
Πλήρεις αποδοχές οφείλονται στο πάσης φύσεως προσωπικό μόνο για το χρόνο κατά τον οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του ή ευρίσκεται σε άδεια με αποδοχές. Μειωμένες κατά το ήμισυ αποδοχές παρέχονται σε περίπτωση θέσεως του προσωπικού σε κατάσταση αργίας κατά τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. Εντούτοις, είναι δυνατόν το Διοικητικό Συμβούλιο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να αποφασίσει για όσον χρόνο κρίνει αναγκαίο την πέραν του ημίσεος ακόμη και την πλήρη περικοπή των αποδοχών του προσωπικού αυτού, επιφυλασσομένων των διατάξεων του πρώτου εδάφιου της παραγράφου 5 του άρθρου 40 του παρόντος Κανονισμού.
Οι αποδοχές των ημερών απουσίας χωρίς άδεια παρακρατούνται άσχετα από την ενδεχόμενη λόγω της απουσίας πειθαρχική δίωξη.

3. Οσάκις συντρέχει λόγος περικοπής αποδοχών ή καταβολής αποζημίωσης στο προσωπικό, περικόπτεται ή καταβάλλεται ημερησίως το 1/30 ή το 1/22 αντίστοιχα των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού.

Β. ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

Το προσωπικό εντάσσεται και εξελίσσεται σε Μισθολογικές Βαθμίδες με σύστημα και όρους που καθορίζονται με ε.σ.σ.ε. Οι προαγωγές του προσωπικού στην επόμενη Μισθολογική Βαθμίδα διενεργούνται αυτοδίκαια από την Υπηρεσία και ανατρέχουν από 1ης Ιανουαρίου εκάστου έτους, εφόσον κατά την ως άνω ημερομηνία το προσωπικό έχει συμπληρώσει τον κατά περίπτωση απαιτούμενο για την ένταξη στην επόμενη Μισθολογική Βαθμίδα ελάχιστο χρόνο, επιφυλασσομένων των διατάξεων των παραγράφων 5 έως 7 του άρθρου 8 του παρόντος Κανονισμού, που εφαρμόζονται αναλόγως.

Γ. ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ

1. Χρονοεπίδομα

α. Στο προσωπικό χορηγείται επίδομα χρόνου υπηρεσίας (χρονοεπίδομα), το οποίο κλιμακώνεται σε ποσοστό επί του βασικού μισθού, ανάλογα με το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, όπως αυτή έχει καθορισθεί με τις εκάστοτε ΕΣΣΕ, ως ακολούθως :

1 έτους πραγματικής υπηρεσίας, ποσοστό 10 %
3 ετών ” ” ” 18%
5 ” ” ” ” 26%
7 ” ” ” ” 34%
10 ” ” ” ” 42%
12 ” ” ” ” 48%
15 ” ” ” ” 54%
17 ” ” ” ” 60%
20 ” ” ” ” 66%
22 ” ” ” ” 70%
25 ” ” ” ” 74%
29 ” ” ” ” 78%
30 ” ” ” ” 80%
β. Η κλίμακα χρονοεπιδόματος του όρου 6 της από 14-3-85 ε.σ.σ.ε., όπου είναι ευνοϊκότερη, εξακολουθεί να ισχύει για το προσωπικό που υπάγεται σε αυτή.

2. Οικογενειακό επίδομα.

α. Στο προσωπικό χορηγείται οικογενειακό επίδομα, ανερχόμενο σε 10% για το σύζυγο και 5% για το πρώτο και δεύτερο τέκνο, 10% για το τρίτο και 15% για το τέταρτο και πέρα.

β. Στους εκ του προσωπικού άγαμους γονείς καθώς και στους διαζευγμένους ή σε κατάσταση χηρείας ευρισκομένους χορηγείται το ανωτέρω προβλεπόμενο επίδομα συζύγου. Στους εκ των ανωτέρω γονείς χορηγείται και το επίδομα τέκνου της προηγούμενης παραγράφου.

γ. Το κατά τα ανωτέρω επίδομα για τα τέκνα παύει να χορηγείται μόλις αυτά συμπληρώσουν το 24ο έτος της ηλικίας τους, εκτός εάν πρόκειται, σύμφωνα με αρμόδια ιατρική πιστοποίηση, για άτομα με ειδικές ανάγκες με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξαιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης. Στην περίπτωση αυτή το επίδομα εξακολουθεί να καταβάλλεται εφόσον διαρκεί η κατά τα ανωτέρω αναπηρία. Λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου αυτού καθορίζονται με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου.

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των οριζομένων στην παρούσα παράγραφο καθορίζονται με απόφαση της αρμόδιας κατά περίπτωση Υπηρεσίας.

3. Επιδόματα εορτών

Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι εσσε α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το δυνάμει των εκάστοτε κειμένων διατάξεων τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο των Χριστουγέννων και του Πάσχα.

4. Επίδομα κανονικής άδειας

Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής αδείας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου, με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι εσσε. Οι λεπτομέρειες καταβολής αυτού καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης.

5. Λοιπά επιδόματα

Τα πάσης φύσεως επιδόματα που είχαν χορηγηθεί στο προσωπικό με τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ- ΟΤΕ, ΕΣΣΕ, αποφάσεις ΔΣ κλπ και δεν καταργήθηκαν με την από 10-6-99 ΕΣΣΕ ή προηγούμενες διατάξεις, εξακολουθούν να ισχύουν, υπολογιζόμενα όπως ορίζεται στην εν λόγω εσσε και στις εκάστοτε ισχύουσες μετά από αυτή.

Δ. ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

1. Στο προσωπικό που, ύστερα από έγκριση από το αρμόδιο όργανο, παρέχει τις υπηρεσίες του:

α. Καθ υπέρβαση του ωραρίου εργασίας που καθορίζεται στον Κανονισμό Ωρών Εργασίας Προσωπικού ΟΤΕ (υπερωρίες), χορηγείται, κατά τα ισχύοντα στον Οργανισμό, αποζημίωση για υπερωριακή εργασία, εφόσον αυτό δεν ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας οιασδήποτε στάθμης επιπέδου διοίκησης .

β. Κατά τις Κυριακές και άλλες εξαιρέσιμες ημέρες καθώς και κατά τις νυκτερινές ώρες υπό τους όρους του Κανονισμού Ωρών Εργασίας Προσωπικού, χορηγείται η προβλεπόμενη από την κείμενη νομοθεσία αποζημίωση εφόσον αυτό δεν ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας οιασδήποτε στάθμης επιπέδου διοίκησης .

γ. Μετέχοντας στη σύνθεση των Υπηρεσιακών Συμβουλίων που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού παρέχεται κατά συνεδρίαση η προβλεπόμενη από τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αποζημίωση.
Στους Γραμματείς των ανωτέρω Υπηρεσιακών Συμβουλίων παρέχεται κατά συνεδρίαση αποζημίωση ίση προς τα 80/100 της εκάστοτε καθοριζόμενης αποζημίωσης για τα μέλη των Συμβουλίων αυτών, πλην των Γραμματέων του Διοικητικού Συμβουλίου και του Συμβουλίου Διεύθυνσης, των οποίων η αποζημίωση καθορίζεται με απόφαση των Συμβουλίων αυτών.

2. Οι προϊστάμενοι Υπηρεσιακών Λειτουργιών οιουδήποτε επιπέδου διοίκησης, δε δικαιούνται αποζημίωση για υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές αργίες.
3. Στο προσωπικό που μετακινείται στο εξωτερικό για εκπαιδευτικούς ή άλλους υπηρεσιακούς λόγους καταβάλλονται τα οδοιπορικά έξοδα και ημερήσια αποζημίωση με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου.


Α Ρ Θ ΡΟ 13

'Αδειες απουσίας

Α. ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

1. Οι άδειες απουσίας προσωπικού διακρίνονται σε:

α. 'Ετήσιες κανονικές άδειες με αποδοχές.

β. 'Αδειες ασθενείας με ή χωρίς αποδοχές.

γ. 'Αδειες ειδικές με ή χωρίς αποδοχές.

δ. Αδειες για ιδιωτικούς λόγους χωρίς αποδοχές.

Στον υπολογισμό της χρονικής διάρκειας των υπό στοιχεία β, γ και δ αναφερομένων αδειών προσμετρούνται και οι εμπίπτουσες σ'αυτές Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, εκτός εάν ορίζεται άλλως.

2. Προσωπικό που απουσιάζει σε άδεια με αποδοχές λαμβάνει όλες τις αποδοχές που θα ελάμβανε εάν κατά το χρόνο της αδείας παρείχε τις υπηρεσίες του.


Β. ΚΑΝΟΝΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ

1. Το προσωπικό μετά τη συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι,Υπουργικές αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ, κλπ) και αποφάσεις του ΔΣ - ΟΤΕ.

2. Η κανονική άδεια είναι δικαίωμα του προσωπικού από το οποίο δεν χωρεί παραίτηση. Αυτή χορηγείται μετά από εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών, και εξαντλείται κατ' αρχήν μέχρι 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, σε κάθε δε περίπτωση όχι αργότερο της 31ης Μαρτίου του επομένου έτους.

3. Η χορηγηθείσα κανονική άδεια δύναται να ανακληθεί ένεκα υπηρεσιακής ανάγκης ή με αίτηση του προσωπικού και μετά από εκτίμηση των λόγων που αναφέρονται σ'αυτή. Η ανάκληση πρέπει να γίνεται εγγράφως.

Γ. ΑΔΕΙΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ

1. Προσωπικό το οποίο ένεκα ασθενείας, που πιστοποιείται αρμοδίως, αδυνατεί να εκτελέσει την υπηρεσία του, δικαιούται άδεια ασθενείας με αποδοχές. Η συνολική διάρκεια των αδειών ασθενείας τις οποίες το προσωπικό δύναται να λάβει σε όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του ορίζεται κατά ανώτατο όριο σε τόσους μήνες όσα είναι τα χρόνια της πραγματικής του υπηρεσίας. Εντούτοις προσωπικό που έχει συνολική υπηρεσία μικρότερη των τριών (3) ετών δικαιούται άδεια ασθένειας με αποδοχές διάρκειας μέχρι τριών (3) μηνών. Στα όρια αυτά δεν περιλαμβάνονται οι άδειες που χορηγούνται λόγω εργατικού ατυχήματος κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας.

2. Μετά την εξάντληση του ανωτάτου ορίου της αδείας ασθενείας με αποδοχές το προσωπικό παραπέμπεται υποχρεωτικώς στην Υγειονομική Επιτροπή του άρθρου 17 παρ. 1β η οποία γνωματεύει αν ο παραπεμφθείς δύναται να εκτελεί το είδος εργασίας του. Σε καταφατική περίπτωση αυτός υποχρεούται σε άμεση ανάληψη υπηρεσίας αλλιώς αν μεν πρόκειται περί νόσου που καθιστά αυτόν ανίκανο εφαρμόζονται οι περί απολύσεως διατάξεις του ως άνω άρθρου 17 του παρόντος Κανονισμού, αν δε, κατά την κρίση της Επιτροπής, η κατάσταση της υγείας του δεν επιτρέπει την άμεση ανάληψη υπηρεσίας, αλλά αυτή δύναται να αποκατασταθεί εντός χρόνου που δεν υπερβαίνει το έτος, χορηγείται άδεια ασθενείας χωρίς αποδοχές ίση προς τον αναγκαίο χρόνο για την αποθεραπεία του και πάντως όχι μεγαλύτερη του έτους.
Μετά την πάροδο του έτους αν ο εργαζόμενος κριθεί από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή ικανός, αναλαμβάνει την υπηρεσία του, αλλιώς εφαρμόζεται υποχρεωτικά η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1β ή του άρθρου 6 παρ. 6 κατά περίπτωση. Στην Υγειονομική Επιτροπή προς κρίση για ανικανότητα λόγω νόσου παραπέμπεται το προσωπικό κατά πάντα χρόνο, ασχέτως της χορηγήσεως αδείας ασθενείας.
Οι περί υποχρεωτικής παραπομπής στην Υγειονομική Επιτροπή του άρθρου 17 παρ. 1β διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου, εφαρμοζόνται και στην περίπτωση που το προσωπικό εξάντλησε τα ανώτατα όρια αδειών ασθενείας και εφόσον επανήλθε στην υπηρεσία του απουσιάζει ένεκα της αυτής ασθενείας, συνεπεία της οποίας εξάντλησε τα ανώτατα όρια αδειών.


Δ. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ ΜΕ ‘Η ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ.

1. Στο προσωπικό του ΟΤΕ χορηγούνται ειδικές άδειες με ή χωρίς αποδοχές σύμφωνα με τα εκάστοτε ισχύοντα στην κείμενη νομοθεσία ( Νόμοι, Υπουργικές αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ κλπ) και αποφάσεις του ΔΣ- ΟΤΕ.
Οι προβλεπόμενες από τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ-ΟΤΕ ειδικές και εκπαιδευτικές άδειες εξακολουθούν να ισχύουν και με τον παρόντα ΓΚΠ - ΟΤΕ.

2. Με Εγκύκλιο της αρμόδιας Υπηρεσίας γνωστοποιούνται οι κατά τα ανωτέρω διατάξεις για τη χορήγηση ειδικών αδειών ως και οι όροι, προϋποθέσεις και περιορισμοί χορηγήσεως αυτών.

Ε. ΑΔΕΙΕΣ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατόν, έπειτα από αίτηση του προσωπικού να του χορηγείται άδεια για ιδιωτικούς λόγους χωρίς αποδοχές. Οι άδειες αυτές, εάν η συνολική τους διάρκεια δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες εντός μιας πενταετίας, χορηγούνται με απόφαση του προϊσταμένου της οικείας Διεύθυνσης. Σε αντίθετη περίπτωση χορηγούνται με απόφαση του οικείου Συμβουλίου. Η συνολική διάρκεια των αδειών αυτών που δύναται να λάβει ένας υπάλληλος εντός μιας πενταετίας, δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνει τα δύο έτη.

Α Ρ Θ Ρ Ο 14

Hθικές και Υλικές αμοιβές

1. Το προσωπικό αμείβεται για διακεκριμένη πράξη είτε αυτή έχει σχέση είτε όχι, με την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων

2. Οι αμοιβές είναι:

α. Ευαρέσκεια
β. Χρηματική παροχή.

3. Οι αμοιβές απονέμονται από το Διευθύνοντα Σύμβουλο ή τους Γενικούς Διευθυντές για το προσωπικό της δικαιοδοσίας τους, έπειτα από αιτιολογημένη πρόταση όλων των ιεραρχικών προϊσταμένων, ή κατόπιν προτάσεως των ελεγκτών της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου και Επιθεώρησης.

Οι περί απονομής των ανωτέρω αμοιβών σχετικές αποφάσεις κοινοποιούνται στις αρμόδιες Υπηρεσίες και αντίγραφο αυτών τίθεται στο Φάκελο Σταδιοδρομίας του αμειφθέντος.

4. Χρηματικά βραβεία δύνανται να απονέμονται από τη Διοίκηση σε όσους από το προσωπικό διακρίνονται κατά την εκπαίδευσή τους στις Σχολές του ΟΤΕ, στις Σχολές της Δημόσιας Εκπαίδευσης καθώς και στις Σχολές ξένων γλωσσών.

5. Χρηματικά βραβεία απονέμονται από τη Διοίκηση στους υπαλλήλους που κατέλαβαν μία από τις έξι πρώτες θέσεις σε Ολυμπιακούς, Παγκόσμιους, Πανευρωπαϊκούς, Μεσογειακούς ή Βαλκανικούς Αγώνες ή σε αντίστοιχους αγώνες για άτομα με ειδικές ανάγκες.

6. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται με Εγκύκλιο της αρμόδιας Υπηρεσιακής Λειτουργίας.


A Ρ Θ Ρ Ο 15

Εκπαίδευση

1. Στον ΟΤΕ λειτουργεί, σύμφωνα πάντοτε με τις υφιστάμενες ανάγκες, η Σχολή Προσωπικού ΟΤΕ στην οποία φοιτούν οι υπό πρόσληψη στον Οργανισμό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 του παρόντος Κανονισμού, καθώς και οι αναγκαστικά τοποθετούμενοι στον ΟΤΕ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα με απόφαση της Διοίκησης.

2. Το προσωπικό υποχρεούται να συμμετέχει σε εκπαιδευτικά προγράμματα, επιμορφωτικά σεμινάρια, κ.λ.π, σύμφωνα με τα οριζόμενα σε Εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Εκπαίδευσης. Για την εκτός ωραρίου εργασίας συμμετοχή καθορίζεται αποζημίωση με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου.


Α Ρ Θ Ρ Ο 16

Κοινωνική πρόνοια

1. Σε όσους από το προσωπικό τελούν γάμο παρέχεται από τον ΟΤΕ ως γαμήλιο δώρο ποσόν ίσο προς τις αποδοχές ενός μέσου μηνιαίου τακτικού μισθού. Εάν και οι δύο σύζυγοι ανήκουν στο προσωπικό του ΟΤΕ, το ανωτέρω δώρο καταβάλλεται και στους δύο.

2. Σε τέκνα του εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος ή αποβιώσαντος προσωπικού του ΟΤΕ που διακρίνονται κατά την εκπαίδευσή τους στις Σχολές της Δευτεροβάθμιας και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, και δε συμπλήρωσαν το 27ο έτος της ηλικίας τους, δύναται να απονέμεται από τον ΟΤΕ χρηματικό βραβείο το ύψος του οποίου ορίζεται εκάστοτε από τη Διοίκηση με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφασή της.

3. Σε περίπτωση θανάτου προσωπικού εν ενεργεία που δεν κατέλιπε σύζυγο ή τέκνα, ο ΟΤΕ καταβάλλει στα καταλιπόμενα από αυτό μέλη της οικογενείας του μέχρι δευτέρου βαθμού συγγενείας εξ αίματος βοήθημα ίσο προς τις αποδοχές αυτού ενός μηνός, που μπορεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις να επαυξηθεί, με απόφαση της Διοίκησης μέχρι τις αποδοχές δύο μηνών.

4. Στην ΟΜΕ - ΟΤΕ και τα Πολιτιστικά Κέντρα του προσωπικού δύναται, ανάλογα με τον αριθμό των μελών τους, να παρέχεται από τον ΟΤΕ για τη στέγαση και λειτουργία τους η χρήση οικημάτων και του αναγκαίου εξοπλισμού αυτών καθώς και οικονομική ενίσχυση όπως καθορίζει απόφαση της Διοίκησης.




Α Ρ Θ Ρ Ο 17

Α π ό λ υ σ η


1. Το προσωπικό απολύεται :

α. 'Ενεκα αποδεδειγμένης ανεπάρκειας, ή ακαταλληλότητας κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, η οποία διαπιστώνεται με απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση των ιεραρχικών προϊσταμένων του.

β. 'Ενεκα σωματικής ή ψυχικής νόσου που καθιστά το προσωπικό ανίκανο για εκτέλεση κάθε εργασίας. Η ανικανότητα αυτή διαπιστώνεται από Υγειονομικές Επιτροπές α και β βαθμού, που καθορίζονται με Εγκύκλιο της Διοίκησης.

Οι ανωτέρω επιτροπές υποχρεούνται να αποφαίνονται εντός μηνός από της παραπομπής της σχετικής αιτήσεως σε αυτές ή της υποβολής του αιτήματος αναθεωρήσεως.

Η απόλυση συντελείται με βάση τη γνωμάτευση των κατά τα άνω Υγειονομικών Επιτροπών και ως ημερομηνία απολύσεως λογίζεται η επομένη της ημερομηνίας της σχετικής γνωματεύσεως των επιτροπών αυτών.

γ. 'Ενεκα επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης με τελεσίδικη απόφαση του αρμοδίου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

δ. 'Ενεκα συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας.

ε. 'Ενεκα συμπληρώσεως 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό. Εντούτοις το προσωπικό δύναται με αίτησή του, που υποβάλει το αργότερο τρεις μήνες προ της προβλεπόμενης ημερομηνίας απόλυσής του, να παραμείνει στην Υπηρεσία μέχρι συμπληρώσεως 35ετούς συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας στον ΟΤΕ και πάντως όχι πέραν του 65ου έτους της ηλικίας του.

στ. 'Ενεκα εκλογής ως Βουλευτή και επιλογής του αξιώματος αυτού. Στην περίπτωση αυτή η λύση της υπαλληλικής σχέσεως επέρχεται αυτοδίκαια από την υποβολή της σχετικής δήλωσης περί επιλογής του Βουλευτικού αξιώματος.



2. Επί των ανωτέρω 1δ και 1ε περιπτώσεων εξόδου από την Υπηρεσία η αποχώρηση επέρχεται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά την επομένη της ημερομηνίας συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας ή της τριακονταπενταετούς υπηρεσίας, επιφυλασσομένης της διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της ανωτέρω παρ.1ε. Στο ούτως απολυόμενο προσωπικό χορηγείται υποχρεωτικά η κανονική του άδεια, εντός ευλόγου χρόνου, προ της απόλυσής του.

3. Το προσωπικό δύναται να απολυθεί με αίτησή του εφόσον σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία θεμελιώνει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης και αφού προηγουμένως εξαντλήσει την κανονική άδειά του. Για την απόλυση σύμφωνα με την παρούσα διάταξη ισχύουν τα αναγραφόμενα στον όρο 36 της από 10-5-96 εσσε, όπως τροποποιήθηκε με την από 31-10-96 εσσε.

4. Η αίτηση απολύσεως του κατά την ανωτέρω παράγραφο 3 προσωπικού δεν γίνεται δεκτή από την Υπηρεσία, εφόσον εκκρεμεί σε βάρος του υπό απόλυση υπαλλήλου, πειθαρχική δίωξη για πειθαρχικό αδίκημα το οποίο δύναται να επισύρει την ποινή της οριστικής απολύσεως. Στις περιπτώσεις αυτές η πειθαρχική δίωξη περατώνεται οπωσδήποτε εντός οκταμήνου από της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης απολύσεως.

5. Αίτηση απολύσεως δύναται να ανακληθεί εγγράφως, εντός δύο μηνών από την υποβολή της, και εφόσον στο μεταξύ δεν έγινε οπωσδήποτε αποδεκτή.

6. Το κατά τις διατάξεις των εδαφίων β,δ,ε,στ της παρ. 1 καθώς και της παρ. 3 του παρόντος άρθρου απολυόμενο προσωπικό λαμβάνει την από την κείμενη νομοθεσία περί καταγγελίας αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων, όπως αυτή εκάστοτε ισχύει για το προσωπικό του ΟΤΕ, οριζόμενη αποζημίωση.
Το κατά τις διατάξεις των εδαφίων α και γ της παραγρ. 1 του παρόντος άρθρου απολυόμενο προσωπικό ουδεμιάς δικαιούται αποζημιώσεως.

7. Στον επιζώντα σύζυγο θανόντος εν ενεργεία προσωπικού και στα τέκνα αυτού καταβάλλεται βοήθημα ίσο προς την αποζημίωση, την οποία λαμβάνει το προσωπικό που απολύεται ένεκα σωματικής ή ψυχικής νόσου. Από το βοήθημα αυτό το ½ καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο, το δε υπόλοιπο καταβάλλεται στα τέκνα κατ' ισομοιρία. Εάν δικαιούχος του κατά τα άνω βοηθήματος είναι μόνο σύζυγος ή μόνο τέκνα, το βοήθημα καταβάλλεται ολόκληρο σε τούτον ή τα τέκνα.

Ο επιζών σύζυγος δικαιούται του βοηθήματος εφόσον συνοικούσε με τον αποβιώσαντα μέχρι του θανάτου του.

Εάν ο θανών εν ενεργώ υπηρεσία καταλίπει σύζυγο που δε δικαιούται του βοηθήματος ή μόνο γονείς τότε αυτό καταβάλλεται στους τυχόν επιζώντες γονείς κατ' ισομοιρίαν ή στον εξ αυτών επιζώντα.

8. Αρμόδιο 'Οργανο για την έκδοση της απόφασης απόλυσης του προσωπικού είναι ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού.

Α Ρ Θ Ρ Ο 18

Π α ρ α ί τ η σ η

1. Το προσωπικό δύναται να παραιτηθεί. Η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως η δε λύση της εργασιακής σχέσης επέρχεται με την αποδοχή της παραίτησης από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, εντός 15 ημερών από την υποβολή της ή αυτοδικαίως με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής.

2. Πρόσθετοι όροι όπως αίρεση, όρος, ή προθεσμία στην παραίτηση, θεωρούνται ως μη γεγραμμένοι.

3. Η παραίτηση δύναται ν'ανακληθεί εγγράφως εντός 15 ημερών από της υποβολής της, εάν στο μεταξύ δεν έγινε αποδεκτή.

4. Ως παραίτηση του προσωπικού θεωρείται η αδικαιολόγητη αποχή του από την Υπηρεσία πέραν των (30) τριάντα εργάσιμων ημερών συνεχώς ή διακεκομμένα εντός χρονικού διαστήματος ενός έτους, που αρχίζει από την πρώτη ημέρα αδικαιολογήτου απουσίας. Το προσωπικό δύναται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών μηνών να υποβάλει ένσταση κατά του χαρακτηρισμού της αποχής του ως αδικαιολόγητης. Η ένσταση κρίνεται αμετάκλητα από το Κεντρικό Συμβούλιο εντός ευλόγου χρόνου.

5. Το παραιτούμενο προσωπικό λαμβάνει την αποζημίωση που προβλέπεται από
την κείμενη νομοθεσία, όπως αυτή εκάστοτε ισχύει, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτήν. Η αποζημίωση αυτή σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τη χορηγούμενη στο απολυόμενο προσωπικό αποζημίωση.


Α Ρ Θ Ρ Ο 19

Αξιολόγηση- Φάκελος Σταδιοδρομίας

1. Η απόδοση του προσωπικού αξιολογείται με :
α. σύστημα αξιολόγησης προϊσταμένων θέσεων ευθύνης, που καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου
β. σύστημα αξιολόγησης λοιπού προσωπικού, που καθορίζεται με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου και τη σύμφωνη γνώμη της ΟΜΕ-ΟΤΕ.

2. Στην αρμόδια Υπηρεσία του ΟΤΕ τηρείται για όλο το προσωπικό Φάκελος Σταδιοδρομίας, στον οποίο περιέχονται τα στοιχεία του προσωπικού κατά τα ειδικότερον οριζόμενα σε εγκύκλιο της Διοίκησης.Τα στοιχεία αυτού του φακέλου δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλο σκοπό πέραν της εξέλιξης του υπαλλήλου εντός του Οργανισμού.

3. Για την πληρέστερη παρακολούθηση του προσωπικού ως προς τα ζητήματα της βαθμολογικής του εξέλιξης τηρούνται αλφαβητικές καταστάσεις του προσωπικού κατά Κλάδους και Βαθμούς.



A Ρ Θ Ρ Ο 20

Υπηρεσιακά Συμβούλια


1. Στον Οργανισμό λειτουργούν τα κατωτέρω Υπηρεσιακά Συμβούλια, που επιλαμβάνονται των βάσει των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού θεμάτων του προσωπικού, τα οποία εισάγονται αρμοδίως σ'αυτά :


Ι. Κεντρικό Συμβούλιο (Κ.Σ) ,

Το Κεντρικό Συμβούλιο επιλαμβάνεται για όλα τα θέματα που αναφέρονται στον παρόντα Κανονισμό, πλην εκείνων για τα οποία είναι αρμόδια τα Περιφερειακά Συμβούλια και συγκροτείται από τα εξής μέλη :

α. Από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού ως Πρόεδρο, αναπληρούμενο από Προϊστάμενο Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Διεύθυνσης, οριζόμενο από αυτόν.

β. Από δύο Προϊσταμένους Υπηρεσιακών Λειτουργιών στάθμης Διεύθυνσης με ισάριθμους αναπληρωτές Προϊσταμένους Υπηρεσιακών Λειτουργιών στάθμης Διεύθυνσης.

γ. Από δύο υπαλλήλους του Οργανισμού, υποδεικνυόμενους με δύο αναπληρωτές από την Ομοσπονδία Εργαζομένων ΟΤΕ (ΟΜΕ-ΟΤΕ) και σε περίπτωση μη υπάρξεως Ομοσπονδίας από τις δύο πολυπληθέστερες Συνδικαλιστικές Οργανώσεις του προσωπικού.

Στο Συμβούλιο αυτό μετέχει ως εισηγητής, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Προϊστάμενος του Τμήματος Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού, αναπληρούμενος από Προϊστάμενο άλλου Τμήματος της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, που ορίζεται με απόφαση του Προϊσταμένου της εν λόγω Διεύθυνσης.

ΙΙ. Περιφερειακά Συμβούλια (Π. Σ)

Σε κάθε Τηλεπικοινωνιακή Περιφέρεια λειτουργεί ομώνυμο με αυτή Περιφερειακό Συμβούλιο, το οποίο επιλαμβάνεται, βάσει των κατά τα ανωτέρω διατάξεων, των θεμάτων του προσωπικού της δικαιοδοσίας της Περιφέρειας.



Το Συμβούλιο αυτό συγκροτείται από τα εξής μέλη:

α. Από τον Προϊστάμενο της Τηλεπ. Περιφέρειας ως Πρόεδρο, αναπληρούμενο από ένα εκ των Προϊσταμένων των Τηλεπ. Διαμερισμάτων της Περιφέρειας, οριζόμενο από αυτόν.

β. Από δύο εκ των Προϊσταμένων των Τηλεπ. Διαμερισμάτων της Τηλεπ. Περιφέρειας, έκαστος των οποίων αναπληρούται από ένα εκ των Προϊσταμένων των λοιπών Διαμερισμάτων και σε περίπτωση μη υπάρξεως επαρκούς αριθμού Διαμερισμάτων, από προϊστάμενο Συγκροτήματος ή Τμήματος, οριζομένων όλων των ανωτέρω από τον προϊστάμενο της Τηλεπ. Περιφέρειας.

γ. Από δυο υπαλλήλους του Οργανισμού, με δύο αναπληρωτές, υποδεικνυόμενους όπως στην παράγραφο 1 Ιγ του παρόντος άρθρου.

Στο Συμβούλιο αυτό μετέχει ως Εισηγητής χωρίς δικαίωμα ψήφου ο επικεφαλής του Γραφείου Υποστήριξης του Ανθρώπινου Δυναμικού της Τηλεπ. Περιφέρειας, αναπληρούμενος από άλλον υπάλληλο, οριζόμενο από τον Προϊστάμενο της Τηλεπ. Περιφέρειας.

Χρέη Γραμματέα εκτελεί υπάλληλος που υπηρετεί στην έδρα της Τηλεπ. Περιφέρειας, κατά προτίμηση πτυχιούχος Νομικής Σχολής, οριζόμενος με έναν αναπληρωτή του με απόφαση του Προϊσταμένου της Τηλεπ. Περιφέρειας.


ΙΙΙ. Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται από τα εξής μέλη:

α. Από το Γενικό Διευθυντή Προσωπικού & Εκπαίδευσης ως Πρόεδρο, αναπληρούμενο από έναν Προϊστάμενο Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Διεύθυνσης, οριζόμενο από αυτόν.

β. Από δύο Προϊσταμένους Υπηρεσιακών Λειτουργιών στάθμης Διεύθυνσης, με ισάριθμους αναπληρωτές Προϊσταμένους Υπηρεσιακών Λειτουργιών στάθμης Διεύθυνσης .

γ. Από δύο υπαλλήλους του Οργανισμού, με δύο αναπληρωτές, υποδεικνυόμενους όπως στην παράγραφο 1 Ιγ του παρόντος άρθρου.

Στο Συμβούλιο αυτό μετέχει ως εισηγητής,χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Προϊστάμενος του Τμήματος Κανονισμών Προσωπικού, αναπληρούμενος από άλλον Προϊστάμενο Τμήματος υπαγομένου στη Δ/νση Ανθρώπινου Δυναμικού, οριζόμενο από το Γενικό Διευθυντή Προσωπικού και Εκπ/σης. Ο εισηγητής αποχωρεί μετά το πέρας της διαδικασίας και πριν από τη διάσκεψη.

ΙV. Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται από τα εξής μέλη:

α. Από έναν εν ενεργεία Αρεοπαγίτη, ως Πρόεδρο, οριζόμενο από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, με έναν αναπληρωτή ομοίως εν ενεργεία Αρεοπαγίτη.

β. Από ένα μέλος του Δ.Σ.-ΟΤΕ, με αναπληρωτή άλλο μέλος του ιδίου Συμβουλίου.

γ. Από ένα Γενικό Διευθυντή, με αναπληρωτή άλλο Γενικό Διευθυντή.

δ. Από δυο υπαλλήλους του Οργανισμού, με δύο αναπληρωτές, υποδεικνυόμενους όπως στην παράγραφο 1 Ιγ του παρόντος άρθρου.

Στο Συμβούλιο αυτό μετέχει ως εισηγητής,χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, αναπληρούμενος από Προϊστάμενο Τμήματος υπαγομένου στη Δ/νση Ανθρώπινου Δυναμικού, οριζόμενο από το Γενικό Διευθυντή Προσωπικού και Εκπ/σης. Ο εισηγητής αποχωρεί μετά το πέρας της διαδικασίας και πριν από τη διάσκεψη.

2. Χρέη Γραμματέων των Υπηρεσιακών Συμβουλίων Ι, ΙΙΙ και IV εκτελούν υπάλληλοι της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού , κατά προτίμηση από εκείνους που έχουν πτυχίο Νομικής Σχολής, οριζόμενοι μαζί με τους αναπληρωτές τους, με απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού .

3. Τα μέλη των Συμβουλίων ορίζονται με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου, εκτός των περιπτώσεων εκείνων, που ορίζεται διαφορετικά στο άρθρο αυτό.

4. Η διάρκεια της θητείας των μελών και των Γραμματέων των Συμβουλίων ορίζεται ενός ημερολογιακού έτους.

5. Τα Συμβούλια συγκαλούνται μετά από πρόσκληση του Προέδρου τους, συνεδριάζουν μυστικά και βρίσκονται σε απαρτία όταν ο αριθμός των παρόντων μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του υπερβαίνει το ήμισυ του αριθμού των μελών.

6. Οι αποφάσεις των Συμβουλίων λαμβάνονται κατά πλειοψηφία. Ειδικότερα, όταν τα Συμβούλια επιλαμβάνονται πειθαρχικών υποθέσεων, αν δεν είναι δυνατό να καταρτιστεί πλειοψηφία, λόγω ισοψηφίας ή περισσοτέρων των δύο γνωμών, εκείνοι που πρότειναν βαρύτερη ποινή οφείλουν, για λήψη αποφάσεως, να συνταχτούν με κάποια από τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο προτάσεις.

7. Εξαιρούνται της σύνθεσης των Συμβουλίων, όταν επιλαμβάνονται πειθαρχικών υποθέσεων, οι κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 31 του παρόντος Κανονισμού κωλυόμενοι να ενεργήσουν ανάκριση, καθώς και εκείνοι που διενήργησαν ανάκριση για την κρινόμενη υπόθεση.
Ομοίως εξαιρούνται της σύνθεσης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου εκείνοι οι οποίοι μετείχαν στη σύνθεση του Συμβουλίου που δίκασε σε πρώτο βαθμό την κρινόμενη υπόθεση.

8. Τα Πρακτικά των συνεδριάσεων συντάσσονται από το Γραμματέα και υπογράφονται από τον Πρόεδρο και τα μέλη. Εάν κάποιος αρνηθεί την υπογραφή αυτών, για το κύρος της απόφασης αρκεί η υπογραφή της πλειοψηφίας των μετεχόντων και γίνεται η σχετική μνεία για την άρνηση της υπογραφής.

9. Τα Συμβούλια δικαιούνται για κάθε ζήτημα που εισάγεται σε αυτά προς συζήτηση να καλούν προς παροχή πληροφοριών κάθε ιεραρχικά προϊστάμενο του υπό κρίση υπαλλήλου, καθώς και να ζητούν έγγραφες διασαφήσεις από τις υπηρεσίες του Οργανισμού.

10. Τα υπό στοιχεία Ι , ΙΙΙ και IV Συμβούλια έδρα έχουν την έδρα του Οργανισμού, ενώ τα υπό στοιχεία ΙΙ Συμβούλια έδρα έχουν την έδρα κάθε Τηλεπ. Περιφέρειας.


Α Ρ Θ Ρ Ο 21

Υποχρεώσεις προσωπικού.

1. Το προσωπικό οφείλει να εκτελεί τις εντολές των Προϊσταμένων του, εάν λάβει όμως εντολή που αντίκειται στις διατάξεις και εγκυκλίους του ΟΤΕ, οφείλει πριν από κάθε εκτέλεση να αναφερθεί εγγράφως αρμοδίως επισημαίνοντας την αντίθεση αυτή και έπειτα να εκτελέσει την εντολή αμέσως.

2. Οι Προϊστάμενοι οφείλουν να μεριμνούν όπως το προσωπικό τους λαμβάνει κάθε φορά γνώση κάθε ισχύουσας εγκυκλίου, υπηρεσιακής οδηγίας, ανακοινώσεως, που έχουν σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας του.

3. Το προσωπικό υποχρεούται να αναφέρεται πάντοτε ιεραρχικώς. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει επίσης να υποβάλλει κάθε αίτηση, ένσταση, παράπονο ή αναφορά για οποιοδήποτε θέμα.
Σε περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης, ή ειδικών συνθηκών επιτρέπεται απ'ευθείας αναφορά του προσωπικού προς ανώτερα ιεραρχικά κλιμάκια. Αυτή η απευθείας αναφορά συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα εάν δεν υπάρχει περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης καθώς και αν έγινε υπέρβαση της ιεραρχίας σε βαθμό που δε δικαιολογείται από τις περιστάσεις. Αντίγραφο της αναφοράς πρέπει σε κάθε περίπτωση να κοινοποιεί ο αναφερόμενος και στον άμεσο ιεραρχικά προϊστάμενό του.
Σε περίπτωση που παρέλθει από την υποβολή της αναφοράς χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ένα μήνα χωρίς απάντηση, το προσωπικό είναι δυνατό να αναφερθεί για το ζήτημά του απευθείας στην αρμόδια Διεύθυνση ή κατά περίπτωση στη Διοίκηση, με ταυτόχρονη ανακοίνωση της αναφοράς στον ιεραρχικά προϊστάμενο. Με εγκύκλιο της αρμόδιας Υπηρεσίας καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διατάξεως αυτής.

4. Το προσωπικό οφείλει να τηρεί απόλυτα το επαγγελματικό απόρρητο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, να επιδεικνύει ορθή και ανεπίληπτη συμπεριφορά προς τους πελάτες του Οργανισμού και να εξυπηρετεί άμεσα τα νόμιμα αιτήματά τους.

5. Απαγορεύεται η άσκηση από το προσωπικό δραστηριοτήτων ανταγωνιστικών προς τα συμφέροντα του Οργανισμού. Το προσωπικό, πέραν των πειθαρχικών, υπέχει τις προβλεπόμενες ποινικές και αστικές ευθύνες, εφόσον τόσο κατά την εν ενεργεία θητεία του στον ΟΤΕ, όσο και μετά την καθοιονδήποτε τρόπο αποχώρησή του από την Υπηρεσία, χωρίς την έγκριση του ΟΤΕ αποκαλύψει, χρησιμοποιήσει ή παράσχει προς τρίτους κρίσιμες εμπιστευτικές πληροφορίες εμπορικού, οικονομικού ή άλλου χαρακτήρα, που κατέχει εκ της θέσεώς του ή της Υπηρεσίας του στον ΟΤΕ.

6. Απαγορεύεται στο προσωπικό να απασχολείται με εργασίες εναποθήκευσης και διακίνησης υλικών χωρίς προηγούμενη σχετική έγγραφη απόφαση της Διοίκησης.

7. Απαγορεύεται στο προσωπικό η άσκηση παντός κυρίου επαγγέλματος ή πρόσθετου έργου και η συμμετοχή σε Διοικητικά Συμβούλια Ανωνύμων Εταιριών ή Νομικών προσώπων, χωρίς ειδική έγκριση, που δίνεται αρμοδίως, σύμφωνα με Εγκύκλιο της αρμόδιας Υπηρεσίας.

A Ρ Θ Ρ Ο 22
Καταλογισμός ζημιάς

1. Κάθε ζημιά που προκαλείται στον ΟΤΕ από υπαίτια ενέργεια ή παράλειψη υπηρεσιακού οργάνου, μπορεί να καταλογίζεται σε αυτό ολόκληρη ή μέρος αυτής με απόφαση του αρμόδιου προϊσταμένου στάθμης Τμήματος και πάνω, λαμβάνοντας κάθε φορά υπόψη το βαθμό υπαιτιότητας καθώς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε η ζημιά.

2. Εκείνος στον οποίο καταλογίσθηκε τέτοια ζημιά μπορεί μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης να ζητήσει από τη Διοίκηση την αναθεώρηση της απόφασης καταλογισμού, αφού προσκομίσει απαραιτήτως και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Στην αίτηση αναθεωρήσεως πρέπει να δοθεί απάντηση μέσα σε ένα μήνα.

3. Το ποσό της ζημιάς που καταλογίστηκε σύμφωνα με τα παραπάνω, καθώς και μισθοί που καταβλήθηκαν χωρίς να οφείλονται, παρακρατούνται από τις αποδοχές με μηνιαίες δόσεις, οι οποίες δεν υπερβαίνουν το 1/4 των μηνιαίων αποδοχών.





ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ


A Ρ Θ Ρ Ο 23

Πειθαρχικά αδικήματα


1. Κάθε παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος που συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη και μπορεί να καταλογιστεί, αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα.

2. Το υπηρεσιακό καθήκον προσδιορίζεται τόσο από τις επιβαλλόμενες στο προσωπικό υποχρεώσεις από τις κείμενες διατάξεις, εγκυκλίους, οδηγίες και εντολές, όσο και από τη φύση της υπηρεσίας, καθώς και από την όλη εντός και εκτός της Υπηρεσίας συμπεριφορά του.

3. Η δίωξη του πειθαρχικού αδικήματος αποτελεί υπηρεσιακό καθήκον των πειθαρχικών οργάνων. Κατ' εξαίρεση για αδικήματα τα οποία μπορούν να επισύρουν κατά ανώτατο όριο την ποινή της έγγραφης επίπληξης, η δίωξη επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων οργάνων, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον της Υπηρεσίας καθώς και τη συμπεριφορά του υπαλλήλου εντός και εκτός της Υπηρεσίας.

4. Μεταξύ των πειθαρχικών αδικημάτων καταλέγονται ιδίως τα παρακάτω:

α. Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων.

β. Κάθε μη δικαιολογημένη απουσία ή μη τήρηση των εκάστοτε διατάξεων των σχετικών με το ωράριο εργασίας, όπως και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετατιθέμενου ή αποσπώμενου να αναλάβει υπηρεσία στη νέα του θέση.

γ. Η παρελκυστική τακτική κατά την εκτέλεση του υπηρεσιακού έργου και κάθε απείθεια ή άρνηση σε εντολή ιεραρχικά προϊσταμένου.

δ. Κάθε αντιπειθαρχική διαγωγή.

ε. Η ανάρμοστη ή εριστική συμπεριφορά προς το υπόλοιπο προσωπικό.

στ. Η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους πελάτες του ΟΤΕ, η αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτησή τους, ως και η μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους.

ζ. Κάθε παράβαση της επιβαλλόμενης από την Υπηρεσία εχεμύθειας.

η. Κάθε πράξη ή παράλειψη που μπορεί να επιφέρει ηθική ή υλική ζημιά στον ΟΤΕ.

θ. Κάθε ατασθαλία κατά τη διαχείριση.

ι. Η φθορά πραγμάτων που ανήκουν στον ΟΤΕ εξαιτίας ασυνήθιστης ή κακής χρήσης, η αμέλεια για τη φύλαξη και συντήρησή τους, καθώς και η χρησιμοποίησή τους για εξυπηρέτηση εξωϋπηρεσιακού σκοπού.

ια. Κάθε παράλειψη ελέγχου και παρακολούθησης των υφισταμένων, η οποία μπορεί να δημιουργήσει ζημιά ή διατάραξη της υπηρεσιακής τάξης, καθώς και η από πρόθεση ή από αμέλεια σύνταξη μη αντικειμενικής έκθεσης από τον εκάστοτε προϊστάμενο για το προσωπικό του.

ιβ. Κάθε αναληθής βεβαίωση ή δήλωση του προσωπικού και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ύπαρξη των γενικών και τυπικών προσόντων και των στοιχείων που απαιτούνται για την κατάρτιση του φακέλου σταδιοδρομίας του, ως και κάθε καθυστέρηση στη γνωστοποίηση της μεταβολής των εν λόγω στοιχείων.

ιγ. Κάθε πράξη ή παράλειψη η οποία αντιβαίνει στο Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους.

ιδ. Κάθε αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για εξέταση ή κατάθεση ενώπιον υπηρεσιακού οργάνου που διενεργεί προανάκριση ή ανάκριση ή ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων καθώς και η άρνηση προσέλευσης ενώπιον των υγειονομικών επιτροπών.

ιε. Κάθε πράξη που συνιστά κατάχρηση εξουσίας ή υπηρεσιακής εμπιστοσύνης.

ιστ. Η χρησιμοποίηση της υπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών τις οποίες κατέχει κάποιος από την υπηρεσία του, για εξυπηρέτηση συμφερόντων του ιδίου ή τρίτων προσώπων.

Ιζ. Η άμεση η μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία που διενεργείται από τον ΟΤΕ.

ιη. Η επιδίωξη ή αποδοχή από τον υπάλληλο οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος κατά την άσκηση του υπηρεσιακού έργου, η οποία προέρχεται από πρόσωπα των οποίων τις υποθέσεις διαχειρίζεται ή πρόκειται να διαχειριστεί.

ιθ. Η αναρμόδια παρέμβαση υπέρ ή κατά τρίτου.

κ. Η παράλειψη δίωξης και τιμώρησης πειθαρχικού αδικήματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 3 του παρόντος άρθρου.

κα. Η πλημμελής καθώς και η μη έγκαιρη εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος.

Η συστηματική ή κατ' εξακολούθηση ή κατ' επανάληψη διάπραξη κάποιου από τα παραπάνω αδικήματα θεωρείται ως επιβαρυντική αιτία για την επιμέτρηση της ποινής.

5. Οι παρακάτω περιπτώσεις ποινικών καταδικών ή πειθαρχικών αδικημάτων επισύρουν την ποινή της οριστικής απόλυσης. Μπορεί όμως το Πειθαρχικό Συμβούλιο να επιβάλλει μικρότερη ποινή αν συντρέχουν αποδεδειγμένα ελαφρυντικά περιστατικά.

α. Κάθε καταδίκη:

(1) Για κακούργημα.

(2) Για ένα από τα πλημμελήματα της κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, και εκβιάσεως.

(3) Σε στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.

β. Κάθε απάτη στην Υπηρεσία ή απιστία σχετικά με τη διαχείριση, κάθε παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ), ως και κάθε δωροληψία από εργολάβους ή προμηθευτές ή πελάτες του ΟΤΕ, ασχέτως με την άσκηση ποινικής αγωγής κατά του υπαλλήλου.

γ. Κάθε άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου τέλεση οποιασδήποτε πράξης ανταγωνιστικής προς τους σκοπούς, τις δραστηριότητες και τα οικονομικά εν γένει συμφέροντα του Οργανισμού και των θυγατρικών του εταιρειών, όπως :

(1) Εμπορία, προμήθεια, εγκατάσταση, συντήρηση, συνεκμετάλλευση πάσης φύσεως τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού, καθώς και η εμπορία ή διάθεση υλικών υποστήριξης τηλεπ/κών εγκ/σεων.

(2) Ανάληψη υπέρ τρίτων ή για ίδιον όφελος δραστηριοτήτων συναφών προς τις τηλεπικοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των σχεδιασμών συστημάτων, καθώς και της ανάπτυξης, παραγωγής, χρήσης, πώλησης, εκμίσθωσης, μίσθωσης και συντήρησης τηλεπ/κού εξοπλισμού και συστημάτων.

(3) Σύσταση εταιρειών ή κοινοπραξιών, διαχείριση ή συμμετοχή στη διοίκηση ή στην άσκηση ελέγχου σε εταιρείες ή κοινοπραξίες που έχουν ως σκοπό ή ασκούν ανταγωνιστική προς τον ΟΤΕ και τις θυγατρικές του εταιρείες δραστηριότητα.

(4) Κατάρτιση τεχνικών και οικονομικών μελετών, σχεδιασμό ή μελέτη και κατασκευή, λειτουργία και συντήρηση τηλεπ/κών εγκ/σεων, μονάδων ή έργων, καθώς και των συναφών με αυτές δομικών εγκ/σεων και παροχή συναφών υπηρεσιών προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα στον τομέα των τηλεπ/κιών και της τηλεπληροφόρησης.
(5) Παροχή τεχνικών και εν γένει συμβουλευτικών υπηρεσιών σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αναπτύσσουν δραστηριότητα στον τομέα των τηλεπ/νιών και της τηλεπληροφόρησης.

(6) Παροχή προς τους ανωτέρω φορείς υπηρεσιών ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων ή χρήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών, περιλαμβανομένων και των συμβουλευτικών υπηρεσιών.

(7) Ανάληψη κάθε εμπορικής ή άλλης ανταγωνιστικής προς τον ΟΤΕ και τις θυγατρικές του εταιρείες δραστηριότητας, άμεσα ή έμμεσα συνδεομένης με τους σκοπούς του Οργανισμού.

(8) Παροχή πληροφοριών που κατέχει ως εκ της θέσεως ή της Υπηρεσίας του και άπτονται των συμφερόντων του Οργανισμού, προς εξυπηρέτηση συμφερόντων τρίτων προσώπων, φυσικών ή νομικών, τα οποία αναπτύσσουν δραστηριότητα στον τομέα των τηλεπ/νιών και της τηλεπληροφόρησης.

(9) Απόκτηση οποιουδήποτε οφέλους από ανταγωνιστικές προς τον ΟΤΕ και τις θυγατρικές του εταιρείες επιχειρήσεις.

δ. Η παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου των ανταποκρίσεων καθώς και των λοιπών Τηλεπ/κών δραστηριοτήτων.

ε. Κάθε ιδιαζόντως βαρεία και εκ προθέσεως παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος.

6. Η ηθική αυτουργία ή συνέργεια σε κάποια πειθαρχικά κολάσιμη πράξη ή παράλειψη αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα, το οποίο μπορεί να επισύρει ποινή ίδια με εκείνη του αυτουργού.
Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος γνωρίζει και δεν καταγγέλλει αμέσως στους προϊσταμένους του κάποια πράξη από αυτές που αναφέρονται στην παραγρ. 5 του παρόντος άρθρου.

ΑΡΘΡΟ 24

Πειθαρχικές Ποινές- Σχέση πειθαρχικών αδικημάτων και ποινών

A. Πειθαρχικές Ποινές

Οι Πειθαρχικές ποινές είναι:

1. Έγγραφη επίπληξη.

2. Πρόστιμο ίσο με τις αποδοχές μιας ημέρας μέχρι τις αποδοχές
δύο (2) μηνών.

3. Προσωρινή απόλυση μέχρι έξι (6) μήνες.

4. Οριστική απόλυση.


B. Σχέση πειθαρχικών αδικημάτων και ποινών


1. Η ποινή της έγγραφης επίπληξης ή του προστίμου ίσου με τις αποδοχές μίας (1) έως δεκαπέντε (15) ημερών επιβάλλεται:

α. Για άσκηση πρόσθετου έργου χωρίς ειδική έγκριση από την Υπηρεσία.

β. Για μη τήρηση των περί ιεραρχίας διατάξεων.

γ. Για άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσιακής εντολής.

δ. Για μη έγκαιρη ή αναρμόδια ενημέρωση της Υπηρεσίας για αδυναμία προσέλευσης στην εργασία.

ε. Για μη εύρεση στο σπίτι από ελεγκτή ιατρό.

στ. Για μη τήρηση του ωραρίου εργασίας.

ζ. Για άσκοπη απασχόληση των Oργάνων της Υπηρεσίας.

η. Για χρήση οινοπνευματωδών ποτών εν ώρα υπηρεσίας.

θ. Για αυθαίρετη εγκατάλειψη θέσης εργασίας.

ι. Για χρήση υπηρεσιακού οχήματος για προσωπικούς λόγους.

ια. Για ενασχόληση σε ώρα εργασίας με ιδιωτικής φύσεως θέματα.

2. Η ποινή του προστίμου ίσου με τις αποδοχές πέντε (5) έως δέκα (10) ημερών επιβάλλεται για υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο επιβλήθηκε η ποινή της έγγραφης επίπληξης, εφόσον δεν έχει διαγραφεί αυτή σύμφωνα με το άρθρο 39 του παρόντος Κανονισμού.

3. Η ποινή του προστίμου ίσου με τις αποδοχές από δεκαπέντε (15) ημερών έως ενός (1) μηνός επιβάλλεται:

α. Για υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο επιβλήθηκε ποινή προστίμου ίσου με τις αποδοχές μίας (1) έως δεκαπέντε (15) ημερών, εφόσον δεν έχει διαγραφεί αυτή σύμφωνα με το άρθρο 39 του παρόντος Κανονισμού.

β. Για απλής μορφής απρεπή συμπεριφορά σε πελάτη του Οργανισμού.

γ. Για απλής μορφής εξύβριση συναδέλφου.
δ. Για αμέλεια περί τη φύλαξη ή συντήρηση πραγμάτων που ανήκουν στον ΟΤΕ και για χρησιμοποίηση αυτών προς εξυπηρέτηση σκοπού μη υπηρεσιακού.

ε. Για πλημμελή ή μη έγκαιρη εκπλήρωση του καθήκοντος, εφόσον επέφερε μικρής έκτασης ηθική ή υλική βλάβη στον Οργανισμό.

στ. Για αναληθή βεβαίωση ή δήλωση του προσωπικού προς την Υπηρεσία, ιδιαιτέρως σε ότι αφορά στην ύπαρξη των γενικών και ειδικών προσόντων και των απαιτούμενων στοιχείων για την κατάρτιση του φακέλου σταδιοδρομίας του.

ζ. Για αδικαιολόγητη απουσία έως πέντε (5) εργασίμων ημερών.

η. Για πάσα καταδίκη για πλημμέλημα ή πταίσμα.

θ. Για απασχόληση υφισταμένου σε ιδιωτικής φύσεως εργασίες.

ι. Για μη τήρηση των περί πάσης φύσεως αδειών κειμένων διατάξεων.

ια. Για φθορά πραγμάτων που ανήκουν στον ΟΤΕ λόγω ασυνήθους ή κακής χρήσης.

ιβ. Για αποδοχή από το προσωπικό οποιασδήποτε αμοιβής ή δώρων, εύνοιας, ή ανταλλάγματος που παρέχονται από πρόσωπα των οποίων διαχειρίζεται ή πρόκειται να διαχειριστεί τις υποθέσεις κατά την ενάσκηση του υπηρεσιακού έργου.

ιγ. Για άσκηση κύριου επαγγέλματος και συμμετοχή σε Διοικητικά Συμβούλια εταιρειών χωρίς ειδική έγκριση από την Υπηρεσία.

ιδ. Για αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για εξέταση ή κατάθεση ενώπιον υπηρεσιακού οργάνου που διενεργεί προανάκριση ή ανάκριση ή ενώπιον πειθαρχικού οργάνου, καθώς και για άρνηση προσέλευσης ενώπιον των υγειονομικών επιτροπών.

ιε.Για ψευδή επίκληση ασθενείας.

4. Η ποινή του προστίμου ίσου με τις αποδοχές από ενός (1) μηνός έως δύο (2) μηνών επιβάλλεται:
α. Για υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο επιβλήθηκε ποινή προστίμου ίσου με τις αποδοχές δεκαπέντε (15) ημερών έως ενός (1) μηνός, εφόσον δεν έχει διαγραφεί αυτή σύμφωνα με το άρθρο 39 του παρόντος Κανονισμού.

β. Για παράλειψη ελέγχου και παρακολούθησης υφισταμένων, με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας ή τη διατάραξη της υπηρεσιακής τάξης.

γ. Για παράβαση εγκυκλίων, οδηγιών και ειδικών κανονισμών που αφορούν την πρόληψη ατυχημάτων.
δ. Για αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετατιθέμενου ή αποσπώμενου προσωπικού να μεταβεί στη νέα του θέση.

ε. Για μη τήρηση από τα εντεταλμένα όργανα για τον πειθαρχικό έλεγχο και τη διεξαγωγή ανακρίσεων, των διατάξεων του πειθαρχικού δικαίου.

στ. Για μέθη κατά την εκτέλεση της Υπηρεσίας.

ζ. Για ανάρμοστη συμπεριφορά προς πελάτη του Οργανισμού.

η. Για ανάρμοστη συμπεριφορά προς τον προϊστάμενο ή τους συναδέλφους.

θ. Για επιδίωξη από το προσωπικό οποιασδήποτε αμοιβής ή δώρων, εύνοιας, ή ανταλλάγματος που παρέχονται από πρόσωπα των οποίων διαχειρίζεται ή πρόκειται να διαχειριστεί τις υποθέσεις κατά την ενάσκηση του υπηρεσιακού έργου.

ι. Για αδικαιολόγητη απουσία από πέντε (5) έως δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες.

ια. Για μη άμεση και αρμόδια ενημέρωση της Υπηρεσίας σχετικά με διαχειριστικές διαφορές καθώς και για μη έγκαιρη τακτοποίηση αυτών.

5. Η ποινή της προσωρινής απόλυσης μέχρι δύο (2) μήνες επιβάλλεται:
α. Για υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο επιβλήθηκε ποινή προστίμου ίσου με τις αποδοχές ενός (1) έως δύο (2) μηνών, εφόσον δεν έχει διαγραφεί αυτή σύμφωνα με το άρθρο 39 του παρόντος Κανονισμού.

β. Για αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων.

γ. Για χρήση ναρκωτικών ουσιών κατά την εκτέλεση της Υπηρεσίας.

δ. Για αμέλεια περί τη φύλαξη κτιρίων που ανήκουν ή χρησιμοποιούνται από τον ΟΤΕ και για χρησιμοποίηση αυτών για σκοπό μη υπηρεσιακό.

ε. Για αδικαιολόγητη απουσία από δεκαπέντε (15) έως είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες.

6. Η ποινή της προσωρινής απόλυσης από δύο (2) έως έξι (6) μήνες επιβάλλεται:
α. Για υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο επιβλήθηκε ποινή προσωρινής απόλυσης από μία (1) έως τριάντα (30) ημέρες, εφόσον δεν έχει διαγραφεί αυτή σύμφωνα με το άρθρο 39 του παρόντος Κανονισμού, και από τριάντα μία (31) μέχρι εξήντα (60) ημέρες, σε κάθε περίπτωση.

β. Για κλοπή υπηρεσιακών εγγράφων ή αυθαίρετη παραποίηση στοιχείων υπηρεσιακού εγγράφου.

γ. Για πλαστογραφία ιατρικών γνωματεύσεων.

δ. Για μη τήρηση των σχετικών με τη διαχείριση ταμείου και την κατασκευή έργων εγκυκλίων και οδηγιών της Υπηρεσίας, με αποτέλεσμα την σοβαρή υλική ή ηθική ζημία του Οργανισμού.

ε. Για αυθαίρετη αφαίρεση ή πρόκληση ζημίας στις εγκασταστάσεις και υλικά του Οργανισμού.

στ. Για αντικανονική χορήγηση ή λήψη επιδομάτων.

ζ. Για μη τήρηση της επαγγελματικής εχεμύθειας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

η. Για πρόκληση αναφορών στα ΜΜΕ (τύπος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, internet κλπ.) με δυσμενή για τον Οργανισμό σχόλια.

θ. Για χειροδικία εις βάρος πελάτη, προϊσταμένου ή συναδέλφου.

ι. Για έκδοση ακάλυπτης επιταγής εφόσον συνοδεύεται από αμετάκλητη καταδίκη από ποινικό δικαστήριο.

ια. Για επιδειχθείσα βαρειά αμέλεια κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων, η οποία επέφερε σοβαρή ηθική ή υλική βλάβη στον Οργανισμό.

ιβ. Για αδικαιολόγητη απουσία από είκοσι μία (21) έως είκοσι εννέα (29) εργάσιμες ημέρες

ιγ. Για τοκογλυφία.

ιδ. Για απάτη σε βάρος του ΤΑΠ-ΟΤΕ.

7. Η ποινή της οριστικής απόλυσης επιβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 23, καθώς και σε περίπτωση υποτροπής σε παραπτώματα της ανωτέρω παραγράφου 6.

8. Η υποτροπή σε αδικήματα των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 23 ΓΚΠ-ΟΤΕ επισύρει υποχρεωτικά την ποινή της οριστικής απόλυσης.

9. Για πειθαρχικά αδικήματα που δεν κατονομάζονται παραπάνω ρητά επιβάλλεται η ποινή της περίπτωσης που προβλέπεται για τα κατά το μάλλον συγγενή αδικήματα, κατά τη κρίση του αρμόδιου για την επιβολή της ποινής πειθαρχικού οργάνου.

10. Κατά την επιμέτρηση της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε κάθε περίπτωση, η βαρύτητα του αδικήματος, η υπαιτιότητα του δράστη, η προσωπικότητα αυτού, η υπηρεσιακή του επίδοση και το πειθαρχικό του μητρώο.



AΡΘΡΟ 25

Συρροή αδικημάτων και ποινών.


1. Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το αυτό πειθαρχικό αδίκημα.

2. Μία μόνο ποινή επιβάλλεται για το αυτό πειθαρχικό αδίκημα, έστω και αν το αδίκημα αυτό περιέχει τα στοιχεία περισσότερων πειθαρχικών παραπτωμάτων.

3. Σε περίπτωση που συνεκδικάζονται περισσότερα του ενός πειθαρχικά αδικήματα, επιβάλλεται μια ποινή κατά συγχώνευση. Κατά την επιμέτρηση της ποινής αυτής λαμβάνεται υπόψη η ένταση και η βαρύτητα όλων των αδικημάτων.



Α Ρ Θ Ρ Ο 26

Σχέση πειθαρχικής διαδικασίας και ποινικής δίκης



1. Η πειθαρχική διαδικασία είναι ανεξάρτητη της ποινικής δίκης.

2. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο όμως μπορεί με απόφασή του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας. Αναστολή δεν επιτρέπεται σε περίπτωση που το πειθαρχικό αδίκημα προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο ή έθιξε σοβαρά το κύρος του Οργανισμού.

3. Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, ως προς την ύπαρξη ή μη πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού αδικήματος. Δεν κωλύεται όμως το πειθαρχικό όργανο να εκδώσει απόφαση διαφορετική της ποινικής.

4α. Αν μετά την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την οποία απαλλάσσεται ο υπάλληλος ή επιβάλλεται πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική απόλυση, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, επαναλαμβάνεται από την Υπηρεσία η εξαιτίας της ίδιας πράξης πειθαρχική δίωξη, αν δικαιολογείται, σύμφωνα με την παράγρ. 5 του άρθρου 23, η οριστική απόλυση του υπαλλήλου.

β. Αν μετά την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, με την οποία επιβάλλεται ποινή μεγαλύτερη της έγγραφης επίπληξης, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για το αδίκημα για το οποίο διώχθηκε πειθαρχικά ο υπάλληλος, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του τιμωρημένου, ενώπιον του εκδώσαντος την πειθαρχική απόφαση σε πρώτο βαθμό αρμοδίου πειθαρχικού οργάνου.

Το δικαίωμα για επανάληψη της πειθαρχικής δίκης παραγράφεται μετά ένα (1) έτος από την έκδοση αμετάκλητης ποινικής απόφασης ή αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος.



A Ρ Θ Ρ Ο 27

Παραγραφή πειθαρχικών αδικημάτων


1. Τα πειθαρχικά αδικήματα παραγράφονται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα που διαπράχτηκαν, ή πέντε (5) ετών εφόσον πρόκειται για αδικήματα του άρθρου 23 παραγρ. 5, με την επιφύλαξη των διατάξεων των επόμενων παραγράφων 2 και 4 του παρόντος άρθρου.

2. Πειθαρχικό αδίκημα που είναι και ποινικό, δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το ποινικό αδίκημα. Για τα αδικήματα αυτά οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας διακόπτουν την παραγραφή του πειθαρχικού αδικήματος.

3. Ασκηθείσης πειθαρχικής δίωξης, τα πειθαρχικά αδικήματα παραγράφονται μετά πάροδο δύο (2) ετών. Ως χρόνος άσκησης της πειθαρχικής δίωξης θεωρείται ο χρόνος επίδοσης της κλήσης σε απολογία στο διωκόμενο και όχι ο χρόνος επίδοσης της τυχόν συμπληρωματικής της πρώτης αυτής κλήσης σε απολογία εγκλητήριας επιστολής.

4. Η παραγραφή πειθαρχικού αδικήματος διακόπτεται από την τέλεση νέου πειθαρχικού αδικήματος, το οποίο αποσκοπεί στην απόκρυψη ή την παρεμπόδιση της πειθαρχικής δίωξης του πρώτου. Στην περίπτωση αυτή το πρώτο αδίκημα δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το δεύτερο.

5. Πειθαρχικό αδίκημα που παραγράφηκε και το οποίο διαπιστώθηκε κατά την εκδίκαση άλλου, που διαπράχτηκε πριν συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής του πρώτου αδικήματος, μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής του δεύτερου πειθαρχικού αδικήματος.

6. Σε περίπτωση αμνηστείας, αποκατάστασης, απονομής χάριτος ή άρσης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο του κολασίμου ή άρσης ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρεται και το πειθαρχικά κολάσιμο της πράξης. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση άρσης των συνεπειών της ποινικής καταδίκης κατά το άρθρο 47 του Συντάγματος, οπότε αίρεται και το πειθαρχικά κολάσιμο της πράξης.



A Ρ Θ Ρ Ο 28

Λήξη πειθαρχικής ευθύνης- Μη εκτέλεση πειθαρχικών αποφάσεων.


1. 'Οποιος αποχώρησε από την Υπηρεσία για οποιονδήποτε λόγο δε διώκεται πειθαρχικά. Αν όμως είχε αρχίσει η διαδικασία της πειθαρχικής δίωξής του, τότε μπορεί αυτή να συνεχιστεί και μετά τη λήξη της εργασιακής του σχέσης.
Πειθαρχική δίωξη που έχει αρχίσει, συνεχίζεται υποχρεωτικά μετά από αίτηση του αποχωρήσαντος. Η αίτηση αυτή πρέπει να υποβληθεί μέσα σ' ένα μήνα από την αποχώρησή του.

2. Στην περίπτωση που, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκδοθεί καταδικαστική απόφαση, αυτή παραμένει ανεκτέλεστη.


A Ρ Θ Ρ Ο 29

Πειθαρχικές δικαιοδοσίες


1. Οι πειθαρχικές δικαιοδοσίες είναι μονομελείς και πολυμελείς.

2α. Μονομελείς πειθαρχικές δικαιοδοσίες είναι οι πειθαρχικοί προϊστάμενοι του προσωπικού.

β. Πολυμελείς πειθαρχικές δικαιοδοσίες είναι τo Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

Α Ρ Θ Ρ Ο 30

Μονομελείς πειθαρχικές δικαιοδοσίες


1 Πειθαρχικοί Προϊστάμενοι είναι:

α. Ο Διευθύνων Σύμβουλος για όλο το προσωπικό και οι Γενικοί Διευθυντές για το προσωπικό των Υπηρεσιακών Λειτουργιών που προϊστανται.

β. Oι Προϊστάμενοι των Υπηρεσιακών Λειτουργιών που αποτελούν επίπεδα Διοίκησης για το προσωπικό που υπάγεται σ΄αυτούς.

2. Κάθε πειθαρχικός προϊστάμενος μπορεί να επιβάλλει την ποινή της έγγραφης επίπληξης, ενώ την ποινή του προστίμου μπορούν να επιβάλλουν οι εξής με τις πιο κάτω διακρίσεις:

α. Ο Διευθύνων Σύμβουλος μέχρι τις αποδοχές δύο (2) μηνών.

β. Οι Γενικοί Διευθυντές, μέχρι τις αποδοχές ενός (1) μήνα.

γ. Οι Προϊστάμενοι των Διευθύνσεων, των Τηλεπικοινωνιακών Περιφερειών, των Αυτόνομων Επιχειρησιακών Μονάδων ή άλλων Υπηρεσιακών Λειτουργιών στάθμης Διεύθυνσης, μέχρι τις αποδοχές δεκαπέντε (15) ημερών.

δ. Οι Προϊστάμενοι, των Συγκροτημάτων, των Διαμερισμάτων και των Υποδ/νσεων, μέχρι τις αποδοχές δέκα (10) ημερών.

ε. Οι Προϊστάμενοι των Τμημάτων, μέχρι τις αποδοχές πέντε (5) ημερών.

στ. Οι Προϊστάμενοι των Κέντρων Εξυπηρέτησης, μέχρι τις αποδοχές δύο (2) ημερών.

Σε περίπτωση μετονομασίας ή δημιουργίας νέων Υπηρεσιακών Λειτουργιών, που αποτελούν επίπεδο Διοίκησης ο Διευθύνων Σύμβουλος, κατ΄αναλογία των ανωτέρω, καθορίζει την έκταση της πειθαρχικής δικαιοδοσίας των Προϊσταμένων τους.

3. Η αρμοδιότητα των πειθαρχικών προϊσταμένων είναι αμεταβίβαστη. Κατ’ εξαίρεση ο Διευθύνων Σύμβουλος δύναται να εκχωρεί στο Γενικό Διευθυντή Προσωπικού & Εκπαίδευσης μέρος ή όλες τις αρμοδιότητες που έχει από τον παρόντα Κανονισμό, ως πειθαρχικός προϊστάμενος του προσωπικού.

4. Αρμόδιος πειθαρχικός προϊστάμενος είναι ο προϊστάμενος της Υπηρεσιακής Λειτουργίας στην οποία υπάγεται το προσωπικό οργανικά ή με απόσπαση, κατά το χρόνο της τέλεσης του πειθαρχικού αδικήματος. Στην περίπτωση που επιληφθούν του ίδιου αδικήματος περισσότεροι του ενός πειθαρχικοί προϊστάμενοι, το αδίκημα εκδικάζει ο πειθαρχικά ανώτερος.

5. Η έκδοση απόφασης, από αρμόδιο πειθαρχικά προϊστάμενο, αποκλείει την επανεκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό από άλλον, έστω και ανώτερο του πειθαρχικού προϊσταμένου που εκδίκασε την υπόθεση.

A Ρ Θ Ρ Ο 31

Πειθαρχική προδικασία


1. Αν το πειθαρχικό αδίκημα, που διαπιστώθηκε από αρμόδιο πειθαρχικό προϊστάμενο, δεν απαιτεί περισσότερη έρευνα, η πειθαρχική διαδικασία αρχίζει με την απ’ευθείας κλήση του υπαίτιου σε απολογία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 32 του παρόντος Κανονισμού.




Διαφορετικά, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία ιεραρχικός προϊστάμενος στην αντίληψη του οποίου υπέπεσε το αδίκημα δεν έχει πειθαρχική δικαιοδοσία, διενεργείται προανάκριση ή ανάκριση.

2. Η προανάκριση συνίσταται σε προκαταρκτική, άτυπη συλλογή και καταγραφή πληροφοριών και στοιχείων γύρω από το εικαζόμενο πειθαρχικό αδίκημα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε.

3. Αν εκείνος που διενήργησε την προανάκριση δεν έχει πειθαρχική δικαιοδοσία, υποβάλλει ιεραρχικά τα στοιχεία που συγκέντρωσε, με σχετική αιτιολογημένη έκθεσή του, στον ιεραρχικά προϊστάμενό του, που έχει πειθαρχική δικαιοδοσία.
Ο προϊστάμενος που έχει πειθαρχική δικαιοδοσία, ή αυτός στον οποίο υποβλήθηκε σύμφωνα με τα παραπάνω ο φάκελος, αν κρίνει ότι από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν δεν υφίσταται περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, την τερματίζει χωρίς κλήση του διωκομένου σε απολογία, συντάσσοντας σχετική έκθεση την οποία υποβάλλει μαζί με το φάκελο που σχηματίστηκε στον αμέσως ανώτερό του πειθαρχικό προϊστάμενο, ο οποίος δεν κωλύεται να διενεργήσει νέα προανάκριση ή ανάκριση.
Αντίθετα, αν από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κρίνει ότι προκύπτει πειθαρχικό αδίκημα, καλεί τον υπαίτιο σε απολογία και επιβάλλει την αρμόζουσα πειθαρχική ποινή.
Στην περίπτωση που κρίνει ότι για το αδίκημα πρέπει να επιβληθεί πειθαρχική ποινή βαρύτερη αυτής που μπορεί ο ίδιος να επιβάλει, καθώς και στην περίπτωση όπου μετά την κλήση σε απολογία προέκυψαν νέα στοιχεία, τα οποία λαμβάνοντάς τα υπόψη δεν εξαρκεί η δικαιοδοσία του για τον κολασμό του αδικήματος, υποβάλλει την υπόθεση μαζί με αιτιολογημένη έκθεση, στον αμέσως ανώτερό του πειθαρχικό προϊστάμενο .Αυτός με τη σειρά του, αν κρίνει ανεπαρκή και τη δική του δικαιοδοσία, υποβάλλει την έκθεση με το φάκελο στον αμέσως ανώτερό του πειθαρχικό προϊστάμενο και ούτω καθ’εξής, μέχρι το Διευθύνοντα Σύμβουλο.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος, σε κάθε περίπτωση, είτε εκδικάζει την υπόθεση, είτε την εισάγει στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, εγείροντας για το σκοπό αυτό πειθαρχική αγωγή.
Εκείνος από τους παραπάνω πειθαρχικούς προϊσταμένους που έχει δικαίωμα εκδικάσεως εφέσεως, αν κρίνει ότι για την τιμώρηση του πειθαρχικού αδικήματος της υπόθεσης που υποβλήθηκε σ’αυτόν εξαρκεί η δικαιοδοσία του ιεραρχικά υφισταμένου του, μπορεί να την επαναφέρει σε αυτόν για εκδίκαση.

4. Αν το πειθαρχικό αδίκημα χρειάζεται περισσότερη έρευνα, διεξάγεται ανάκριση. Την ανάκριση διεξάγει κατ’αρχήν ο πειθαρχικός προϊστάμενος που επιλήφθηκε της υπόθεσης ή κάποιος άλλος υπάλληλος που ορίζεται από αυτόν.Σε κάθε περίπτωση ο Διευθύνων Σύμβουλος μπορεί να διατάξει τη διενέργεια ανακρίσεως από υπηρεσιακό όργανο που καθορίζεται από αυτόν, δυνάμενος να εκχωρεί την αρμοδιότητά του αυτή στο Γενικό Διευθυντή Προσωπικού & Εκπαίδευσης.

5. Δεν μπορούν να διεξάγουν ανάκριση:


α. Εκείνος που έχει οποιαδήποτε σχέση με το αδίκημα.

β. Οι πειθαρχικοί προϊστάμενοι που άσκησαν την πειθαρχική τους αρμοδιότητα για το κρινόμενο αδίκημα.

γ. Οι έχοντες, με εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η ανάκριση, συγγένεια εξ αίματος κατ΄ ευθείαν γραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι και τέταρτου βαθμού και ο σύζυγος ή οι εξ αγχιστείας συγγενείς μέχρι και του δεύτερου βαθμού.

6. Εκείνος που διεξάγει την ανάκριση δικαιούται να ζητήσει από οποιαδήποτε Υπηρεσία του ΟΤΕ την ενέργεια στην έδρα της ανακριτικών πράξεων, καθορίζοντας όμως στην περίπτωση αυτή την έκταση των ενεργειών αυτών ή το ερωτηματολόγιο στην περίπτωση λήψης κατάθεσης.

7. Η ανάκριση είναι μυστική και η εξέταση των μαρτύρων γίνεται ανωμοτί.

8. Η ανάκριση μπορεί να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων αδικημάτων του ίδιου υπαλλήλου ή και άλλων υπαλλήλων, για τους οποίους προκύπτουν στοιχεία κατά την πορεία αυτής.

9. Οι ανακριτικές πράξεις είναι:

α. Η αυτοψία.

β. Η εξέταση μαρτύρων.

γ. Η πραγματογνωμοσύνη.

δ. Η εξέταση εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η ανάκριση.

ε. Κάθε άλλη περισυλλογή αποδεικτικών στοιχείων.

10. Για κάθε ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση, η οποία υπογράφεται από όλους όσους συνέπραξαν σε αυτή, ή μνημονεύει την τυχόν άγνοια γραμμάτων.

11. Η εξέταση περισσότερων των δύο μαρτύρων, από αυτούς που προτείνει εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η ανάκριση, επαφίεται στην κρίση του ενεργούντος την ανάκριση.
Κατά την ανάκριση πρέπει πάντως να καλείται για εξέταση εκείνος κατά του οποίου στρέφεται αυτή. Η μη προσέλευση ή η άρνηση για εξέταση δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανάκρισης, αποτελεί όμως, είτε πρόκειται γι΄αυτόν κατά του οποίου στρέφεται η ανάκριση, είτε για μάρτυρα υπάλληλο του ΟΤΕ, πειθαρχική παράβαση που ελέγχεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού.
Παράσταση ή συμπαράσταση πληρεξουσίου απαγορεύεται.


12. Ο ενεργήσας την ανάκριση υποβάλλει το φάκελο που σχηματίστηκε, μαζί με το πόρισμα, στον εντειλάμενο αυτήν, ο οποίος υποχρεούται να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, μη δυνάμενος να διαβιβάσει προς εκδίκαση το φάκελο της ανάκρισης σε ιεραρχικά υφιστάμενό του πειθαρχικό προϊστάμενο.
Κλήση του εγκαλούμενου σε συμπληρωματική απολογία δεν αποκλείεται.



ΑΡΘΡΟ 32

Απολογία


1. Οι πρωτόδικες πειθαρχικές αποφάσεις εκδίδονται μετά από κλήση του προσωπικού σε απολογία.
Η μη υποβολή απολογίας, εφ’όσον η σχετική κλήση έχει επιδοθεί αποδεδειγμένα, δεν εμποδίζει την έκδοση απόφασης. Η εκπρόθεσμη απολογία μπορεί να ληφθεί υπόψη, εφόσον περιέλθει στον εγκαλούντα Πειθαρχικό Προϊστάμενο πριν την έκδοση της απόφασης.

2. Η εξέταση του διωκομένου στο στάδιο της ανάκρισης δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.

3. Η κλήση σε απολογία πρέπει να καθορίζει το αποδιδόμενο πειθαρχικό αδίκημα σε χρονική, τοπική και ιστορική συνάφεια και να τάσσει εύλογη προθεσμία για απολογία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών (3) ημερών.
Η προθεσμία για απολογία μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά και μέχρι το διπλάσιο της αρχικής προθεσμίας, μετά από αιτιολογημένη έγγραφη αίτηση του διωκομένου.

4. Η κλήση σε απολογία επιδίδεται στον ίδιο προσωπικά τον εγκαλούμενο, στην υπηρεσία του ή στη διεύθυνση κατοικίας του, με απόδειξη παραλαβής.
Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής της, εκείνος που την επιδίδει συντάσσει πράξη, με την οποία βεβαιώνεται η άρνηση.
Η άρνηση παραλαβής της κλήσης σε απολογία συνιστά πειθαρχική παράβαση, που ελέγχεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού.

5. Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως και η υποβολή της αποτελεί υπηρεσιακό καθήκον. Η απολογία κατατίθεται με απόδειξη στο όργανο το οποίο καλεί σε απολογία. Μπορεί όμως και να αποσταλεί ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή. Στην περίπτωση αυτή το εμπρόθεσμο ή μη της υποβολής της αποδεικνύεται από το χρόνο της ταχυδρόμησης.

6. Με την απολογία του ο εγκαλούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει εύλογη προθεσμία για να υποβάλει έγγραφα στοιχεία. Η παροχή της προθεσμίας και η διάρκειά της εναπόκειται στην κρίση του οργάνου που τον καλεί σε απολογία.



7. Μετά την υποβολή της απολογίας ή στην περίπτωση που περάσει άπρακτη η προθεσμία που έχει ταχθεί, η πειθαρχική δίωξη τελειώνει με την έκδοση απόφασης. Για τις αποφάσεις εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 36 παράγρ. 5-8 του παρόντος Κανονισμού.



ΑΡΘΡΟ 33

΄Ενδικα μέσα κατά αποφάσεων μονομελών πειθαρχικών δικαιοδοσιών


1. Κατά των πρωτόδικων αποφάσεων των πειθαρχικών προϊσταμένων, με τις οποίες έχει επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή, χωρεί έφεση του τιμωρημένου, η οποία ασκείται μέσα σε πέντε (5) ημέρες, από τότε που του κοινοποιήθηκε η απόφαση.
Η προθεσμία αυτή παρατείνεται μόνο για λόγους ανώτερης βίας.
Η έφεση κατατίθεται στην υπηρεσία του εκκαλούντος με απόδειξη παραλαβής.
Η έφεση και η πειθαρχική απόφαση, μαζί με το σχετικό πειθαρχικό φάκελο, διαβιβάζονται αμέσως στο αρμόδιο για εκδίκαση της έφεσης πειθαρχικό όργανο.

Η έφεση εκδικάζεται, προκειμένου για πειθαρχική ποινή που έχει επιβληθεί:

α. Από το Διευθύνοντα Σύμβουλο και τους Γενικούς Διευθυντές, από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

β. Από τους προϊσταμένους Διευθύνσεων, Τηλεπικοινωνιακών Περιφερειών και Αυτόνομων Επιχειρησιακών Μονάδων, από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, δυνάμενο να εκχωρήσει την αρμοδιότητά του αυτή στο Γενικό Διευθυντή Προσωπικού & Εκπαίδευσης

γ. Από κάθε άλλο πειθαρχικό προϊστάμενο, από τον αμέσως ανώτερό του πειθαρχικό προϊστάμενο.

2. Ο πειθαρχικός προϊστάμενος, που εκδικάζει την έφεση, δικαιούται:

α. Να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση και την ποινή που επιβλήθηκε με αυτή.

β. Να μειώσει την ποινή που επιβλήθηκε.

γ. Να απορρίψει την έφεση και να επικυρώσει την ποινή που επιβλήθηκε.

δ. Να ασκήσει έφεση υπέρ του ΟΤΕ (αντέφεση), μέσα σε είκοσι (20) ημέρες, από τότε που θα περιέλθει σ΄αυτόν η έφεση του τιμωρημένου, εάν κρίνει ότι για το συγκεκριμένο αδίκημα έπρεπε να επιβληθεί μεγαλύτερη ποινή. Στην περίπτωση αυτή, η όλη υπόθεση διαβιβάζεται στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο εκδικάζει αυτή και έχει τη δυνατότητα να αποδεχθεί εν όλω ή εν μέρει την έφεση ή την αντέφεση και να επιβάλει ποινή της δικαιοδοσίας του, ή να τις απορρίψει.

Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, όταν εκδικάζει έφεση κατά αποφάσεως του Διευθύνοντος Συμβούλου και των Γενικών Δ/ντών, έχει τα αναφερόμενα στα εδάφια α, β και γ της παρούσας παραγράφου 2 δικαιώματα.

3. Πειθαρχική απόφαση, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση από τον τιμωρημένο, υποβάλλεται με τον οικείο πειθαρχικό φάκελο στον αμέσως ανώτερο εκείνου που την εξέδωσε πειθαρχικό προϊστάμενο, ο οποίος έχει, σύμφωνα με τα παραπάνω, αρμοδιότητα να εκδικάσει την έφεση. Αυτός δικαιούται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τότε που θα παραλάβει την απόφαση, να ασκήσει έφεση υπέρ του ΟΤΕ, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, εκδικάζοντας την έφεση υπέρ του ΟΤΕ, δικαιούται να απορρίψει την έφεση, επικυρώνοντας την ποινή που επιβλήθηκε, ή να την επαυξήσει επιβάλλοντας οποιαδήποτε ποινή της δικαιοδοσίας του.

΄Εφεση υπέρ του ΟΤΕ μπορεί να ασκηθεί και για απαλλακτικές αποφάσεις.

4. Η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως, καθώς και η έφεση που ασκήθηκε εμπρόθεσμα, αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής ποινής, που επιβλήθηκε με την πρωτόδικη απόφαση.

5. ΄Οταν περάσουν άπρακτες οι προθεσμίες, όπως αυτές αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 του παρόντος άρθρου, οι πρωτόδικες πειθαρχικές αποφάσεις των μονομελών δικαιοδοσιών καθίστανται τελεσίδικες και εκτελεστές και ο πειθαρχικός φάκελος επανέρχεται σ’εκείνον που επέβαλε την ποινή.

6. Οι αποφάσεις που εκδίδονται, ύστερα από έφεση ή αντέφεση, είναι αμέσως εκτελεστές. Ο πειθαρχικός φάκελος παραμένει στον πειθαρχικό προϊστάμενο που εξέδωσε την απόφαση, μετά από έφεση, ή στη Γραμματεία του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

7. Πειθαρχική απόφαση είναι άκυρη και δεν έχει έννομες συνέπειες, όταν εκδοθεί:

α. Από αναρμόδιο Πειθαρχικό Προϊστάμενο.

β. Από αρμόδιο Πειθαρχικό Προϊστάμενο καθ΄υπέρβαση των ορίων της πειθαρχικής του δικαιοδοσίας (άρθρο 30 παραγρ.2) ή κατά παράβαση των άρθρων 24 (Κεφ. Β) ή 35 (παραγρ. 1 εδαφ. β) ή 36 (παραγρ. 7) του παρόντος Κανονισμού.

Ο Πειθαρχικός Προϊστάμενος στον οποίο διαβιβάζεται ο σχετικός πειθαρχικός φάκελος για κρίση σε δεύτερο βαθμό, δεν λαμβάνει υπόψη την απόφαση αυτή, αλλά προχωρεί στην έκδοση νέας.



A Ρ Θ Ρ Ο 34

Πολυμελείς πειθαρχικές δικαιοδοσίες


1. Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.
Tο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο δικάζει επί πειθαρχικών αγωγών και εφέσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού και μπορεί να επιβάλλει οποιαδήποτε ποινή από τις αναφερόμενες στο άρθρο 24 του παρόντος Κανονισμού.

2. Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.
Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο δικάζει επί εφέσεων κατά αποφάσεων του Διευθύνοντος Συμβούλου, των Γενικών Διευθυντών, ως και των πρωτοδίκων αποφάσεων τoυ Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου.





A Ρ Θ Ρ Ο 35

Προδικασία επί πολυμελών δικαιοδοσιών.


1. Την πειθαρχική αγωγή ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου εγείρει ο Διευθύνων Σύμβουλος, αν κρίνει ότι το αδίκημα πρέπει να τιμωρηθεί με ποινή μεγαλύτερη της δικής του δικαιοδοσίας.
Πειθαρχική αγωγή εγείρεται υποχρεωτικά όταν πρόκειται για αδικήματα της παραγράφου 5 του άρθρου 23 του παρόντος Κανονισμού.

2. Κατά υπαλλήλου που έχει τεθεί σε αργία, λόγω ποινικής δίωξης ή καταδίκης, εγείρεται υποχρεωτικά πειθαρχική αγωγή, όταν επανέλθει στην Υπηρεσία, για τις πράξεις για τις οποίες διώχθηκε ή καταδικάσθηκε, εάν αυτό δεν είχε γίνει πριν τεθεί σε αργία.

3. 'Οταν εγερθεί πειθαρχική αγωγή, αποκλείεται η ανάκλησή της.

4. Στην πειθαρχική αγωγή πρέπει να ορίζονται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συνιστούν το διωκόμενο αδίκημα, καθώς και τα υπάρχοντα στοιχεία ενοχής.
5. Η πειθαρχική αγωγή ή η έφεση υπέρ του ΟΤΕ κοινοποιείται στον εγκαλούμενο και διαβιβάζεται μαζί με τον πειθαρχικό φάκελο που σχηματίσθηκε και τον ατομικό φάκελο του εγκαλουμένου, στη Γραμματεία του Πειθαρχικού Συμβουλίου.
Ο εγκαλούμενος δικαιούται να λάβει γνώση του πειθαρχικού φακέλου πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή συντάσσεται και σχετική πράξη, την οποία υπογράφει ο υπάλληλος στον οποίο βρίσκεται ο φάκελος και εκείνος που έλαβε γνώση ή αν αρνηθεί ο δεύτερος, μόνο ο πρώτος. Ο διωκόμενος που υπηρετεί εκτός της έδρας του Συμβουλίου λαμβάνει γνώση του φακέλου είτε αυτοπροσώπως, δικαιούμενος ανάλογης ειδικής άδειας χωρίς αποδοχές, είτε με εκπρόσωπό του, υπάλληλο του ΟΤΕ, κατόπιν ειδικής έγγραφης εξουσιοδότησης.


ΑΡΘΡΟ 36

Διαδικασία Πειθαρχικών Συμβουλίων


1. Μετά την έγερση της πειθαρχικής αγωγής ή την άσκηση της έφεσης, ο Πρόεδρος του οικείου Πειθαρχικού Συμβουλίου προσδιορίζει την ημέρα, την ώρα και τον τόπο της πειθαρχικής δίκης με πράξη του. Η πράξη αυτή κοινοποιείται, με απόδειξη παραλαβής, στο διωκόμενο ή εκείνον που υπέβαλε την έφεση, τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν από την πειθαρχική δίκη.
Ο διωκόμενος ή εκείνος που άσκησε έφεση, δικαιούται μέσα σε τέσσερις (4) ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της πράξης που ορίζει τη δικάσιμο, να δηλώσει αν θα παραστεί στην εκδίκαση της υπόθεσής του και να προτείνει τυχόν μάρτυρες υπεράσπισής του.

Η παράσταση ή συμπαράσταση πληρεξουσίου απαγορεύεται.

2. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να απαιτήσει την αυτοπρόσωπη ενώπιόν του παράσταση του διωκομένου ή εκείνου που υπέβαλε έφεση, όπως και κάθε υπηρεσιακού παράγοντα.
Στην περίπτωση που ο διωκόμενος ή εκείνος που υπέβαλε έφεση δηλώσει ότι θα παραστεί σύμφωνα με τα παραπάνω, ή κληθεί από το Συμβούλιο να παραστεί, δικαιούται να λάβει ανάλογη άδεια απουσίας με αποδοχές.

3. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο αναβάλλει τη δίκη στην περίπτωση που κρίνει αναγκαία τη διενέργεια ή τη συμπλήρωση της ανάκρισης ή την αυτοπρόσωπη παράσταση του διωκομένου, ή εκείνου που υπέβαλε έφεση ή κάποιου μάρτυρα. Σε αυτή την περίπτωση, προσδιορίζεται από τον Πρόεδρο άλλη ημερομηνία για τη διεξαγωγή της, η οποία γνωστοποιείται έγκαιρα στο διωκόμενο ή εκείνον που υπέβαλε την έφεση. Οι προθεσμίες της παραγρ. 1 στην περίπτωση αυτή είναι δυνατόν κατά την κρίση του Προέδρου να συντομευτούν.
Κάθε πρόσκληση ή γνωστοποίηση κοινοποιείται με απόδειξη παραλαβής.

Αν εκείνος ο οποίος υπέβαλε έφεση και κλήθηκε από το Συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσης παραγράφου δεν παραστεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει την απόρριψη της έφεσής του ως ανυποστήρικτης.

4. Για την περίπτωση μαρτύρων που δεν έχουν εξεταστεί ή που η εξέτασή τους κρίνεται ανεπαρκής και οι οποίοι διαμένουν εκτός της έδρας του Συμβουλίου, το αρμόδιο Συμβούλιο μπορεί να διατάξει την εξέτασή τους από ειδικά εξουσιοδοτημένο υπάλληλο, με σχετικό ερωτηματολόγιο του Συμβουλίου και του εγκαλουμένου ή εκείνου που υπέβαλε την έφεση.

5. Ο πειθαρχικός δικαστής εκτιμά ελευθέρως τις αποδείξεις που του προσκομίστηκαν, μπορεί όμως και προκειμένου να μορφώσει την τελική του κρίση να λάβει υπόψη και αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν προκύπτουν από την πειθαρχική διαδικασία, αλλά από άλλη νόμιμη διαδικασία, εφ΄όσον έλαβε γνώση τούτων ο διωκόμενος.

6. Η απόφαση πρέπει να στηρίζεται σε αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα και όχι σε απλές υπόνοιες. Πρέπει επίσης να είναι αιτιολογημένη τόσο για τη διαπίστωση της ενοχής, όσο και για την επιβολή και την επιμέτρηση της ποινής.

7. Κάθε πειθαρχική απόφαση εκδίδεται εγγράφως.
Στην απόφαση επιβάλλεται να μνημονεύονται τα εξής:

α. Ο τόπος και ο χρόνος έκδοσης.

β. Το όνομα και η ιδιότητα εκείνων που δικάζουν.

γ. Το όνομα, ο Κ.Α.Μ. και η ιδιότητα εκείνου που κρίνεται.

δ. Το πειθαρχικό αδίκημα, το οποίο του αποδίδεται, καθώς και ο χρόνος και ο τόπος τέλεσής του.

ε. Η απολογία και η τυχόν προφορική υποστήριξή της, η μη υποβολή απολογίας και η κλήση ή όχι για προφορική ανάπτυξη της απολογίας, περιληπτικά.

στ. Η αιτιολογία της απόφασης.

ζ. Αν αυτή πάρθηκε ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία.

η. Η απαλλαγή εκείνου που κρίθηκε ή η ποινή που του επιβλήθηκε.

8. Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από τον Πρόεδρο και το Γραμματέα του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Επιδίδεται με απόδειξη παραλαβής σε εκείνον που κρίθηκε και αντίγραφό της κοινοποιείται ιεραρχικά στην υπηρεσία του.

9. Η πειθαρχική διαδικασία διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. Γενικές αρχές της πειθαρχικής διαδικασίας εφαρμόζονται στο μέτρο που δεν αντιβαίνουν στον παρόντα Κανονισμό.








Α Ρ Θ Ρ Ο 37

'Ενδικα μέσα επί πολυμελών δικαιοδοσιών.


1. Οι πρωτόδικες αποφάσεις του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με τις οποίες επιβάλλεται οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.
Δικαίωμα για την άσκηση έφεσης έχει εκείνος που καταδικάστηκε πειθαρχικά και δικαίωμα για την άσκηση έφεσης υπέρ του ΟΤΕ ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

2. Εκείνος που καταδικάστηκε πειθαρχικά, δικαιούται να ασκήσει έφεση μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση σ'αυτόν της απόφασης, ενώ ο Πρόεδρος του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την έκδοσή της.

3. Η προθεσμία για έφεση μπορεί να παραταθεί λόγω ανώτερης βίας και σύμφωνα με την κρίση του Συμβουλίου προς το οποίο απευθύνεται.

4. Η έφεση εκείνου που καταδικάστηκε πειθαρχικά κατατίθεται στην Υπηρεσία του, με αποδεικτικό παραλαβής, διαβιβάζεται αμέσως στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού και μέσω αυτής στον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.
Η έφεση του Προέδρου του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου ασκείται με έγγραφό του προς τον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

5. Η έφεση και η προθεσμία για την άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης, με την επιφύλαξη των διατάξεων 1β, γ του άρθρου 40

6. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο κρίνει με βάση τα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του οργάνου που εκδίκασε σε πρώτο βαθμό, έχει όμως το δικαίωμα να δεχθεί νέα αποδεικτικά στοιχεία ή να επιτρέψει νέα αποδεικτικά μέσα.

7. Αιτιάσεις για κακή σύνθεση του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου ή για τη μη τήρηση του τύπου, είτε στην προδικασία, είτε σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, μπορούν να προβληθούν μόνο ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και μέχρι πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας.

Αιτιάσεις που δε θα προβληθούν, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο έφεσης.

8. Η απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι τελεσίδικη και δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο.



Α Ρ Θ Ρ Ο 38

Eκτέλεση πειθαρχικών αποφάσεων


1. Την εκτέλεση των αποφάσεων των Πολυμελών Πειθαρχικών Δικαιοδοσιών, του Διευθύνοντος Συμβούλου, καθώς και των Γενικών Διευθυντών επιλαμβάνεται η Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού. Των Μονομελών Δικαιοδοσιών επιλαμβάνονται οι Πειθαρχικοί Προϊστάμενοι που τις εξέδωσαν.
Δύο αντίγραφα της απόφασης, εφόσον είναι καταδικαστική, διαβιβάζονται σε κάθε περίπτωση στην αρμόδια Υπηρεσία της Δ/νσης Ανθρώπινου Δυναμικού.

2. Το πρόστιμο υπολογίζεται στο σύνολο των τακτικών αποδοχών του τιμωρημένου κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης.
Αν αυτό δεν ξεπερνά το 1/4 των μηνιαίων αποδοχών του παρακρατείται εφάπαξ, διαφορετικά παρακρατείται σε μηνιαίες δόσεις ίσες με το 1/4 των αποδοχών του, μέχρι την εξόφλησή του.
Το πρόστιμο περιέρχεται στο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ.

3. Ο τιμωρηθείς με την ποινή της προσωρινής ή της οριστικής απόλυσης τίθεται εκτός υπηρεσίας, από την επομένη της κοινοποίησης σε αυτόν της τελεσίδικης πειθαρχικής απόφασης. Από την ίδια μέρα παύουν οι εν γένει αποδοχές του οριστικά απολυθέντος, ενώ του προσωρινά απολυθέντος περικόπτεται το ήμισυ των αποδοχών για το χρονικό διάστημα έκτισης της ποινής.


Α Ρ Θ Ρ Ο 39

Πειθαρχικό Μητρώο- Διαγραφή πειθαρχικών ποινών.


1. Η τελεσίδικη καταδικαστική πειθαρχική απόφαση καταχωρίζεται περιληπτικά στο μητρώο του υπαλλήλου και αντίγραφο αυτής τίθεται στον προβλεπόμενο από το άρθρο 19 του παρόντος Κανονισμού φάκελο σταδιοδρομίας του.

2. Οι πειθαρχικές αποφάσεις αποσύρονται από το φάκελο του υπαλλήλου και παράλληλα διαγράφονται αυτοδίκαια από το μητρώο του οι επιβληθείσες ποινές, ως εξής :

α. Εκείνες με τις οποίες επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της έγγραφης επίπληξης, μετά παρέλευση ενός (1) έτους από την έκδοσή τους.

β. Εκείνες με τις οποίες επιβλήθηκαν ποινές προστίμου μέχρι τις αποδοχές των 30 ημερών, μετά παρέλευση πέντε (5) ετών από την έκδοσή τους.

γ. Εκείνες με τις οποίες επιβλήθηκαν ποινές προστίμου αποδοχών 31 έως 60 ημερών, μετά παρέλευση δέκα (10) ετών από την έκδοσή τους.

δ. Εκείνες με τις οποίες επιβλήθηκαν ποινές προσωρινής απόλυσης μέχρι 30 ημερών, μετά παρέλευση δεκαπέντε (15) ετών από την έκδοσή τους.



A Ρ Θ Ρ Ο 40


A ρ γ ί α


1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία :

α. 'Οποιος στερηθεί την προσωπική του ελευθερία μετά από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή μετά από δικαστική απόφαση.

β. Εκείνος που τιμωρήθηκε πρωτόδικα με την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης και μέχρι να γίνει τελεσίδικη η απόφαση.

γ. Εκείνος που τιμωρήθηκε πρωτόδικα με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής απόλυσης, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο της επιβληθείσας ποινής.

2. 'Οταν εκλείψει ο λόγος της αργίας, το προσωπικό επανέρχεται αυτοδίκαια στην Υπηρεσία, αφού προσκομίσει τα νόμιμα δικαιολογητικά.

Κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση άρσης της προσωρινής κράτησης, το προσωπικό μπορεί να αναλάβει υπηρεσία κατόπιν αποφάσεως του Διευθύνοντος Συμβούλου, δυναμένου να εκχωρήσει την αρμοδιότητά του αυτή στο Γενικό Διευθυντή Προσωπικού & Εκπαίδευσης. Η κατ΄εξαίρεση αυτή διαδικασία δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις προσωπικού το οποίο τέθηκε σε αργία λόγω στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας, κατά την άσκηση των συνδικαλιστικών του καθηκόντων.

3. Το προσωπικό μπορεί να τεθεί σε αργία με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου, αν :

α. Υφίσταται εκκρεμής ποινική δίκη ή πειθαρχική δίωξη, για αδίκημα που μπορεί να επισύρει την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης.

β. Υπάρχει βάσιμη υπόνοια για άτακτη διαχείριση ή για σοβαρή προσβολή των συμφερόντων της Υπηρεσίας, η οποία στηρίζεται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή του ενεργούντος προανάκριση ή διοικητική ανάκριση ή Επιθεωρητή της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου και Επιθεώρησης.

Στην περίπτωση αυτή ο Διευθύνων Σύμβουλος οφείλει να ασκήσει την πειθαρχική δικαιοδοσία του ή να εγείρει τη σχετική πειθαρχική αγωγή μέσα σε 30 ημέρες από τότε που άρχισε η αργία. Αφού εγερθεί η πειθαρχική αγωγή, η δίωξη του ευρισκομένου σε αργία πρέπει να τερματιστεί μέσα σε 4 μήνες. 'Οταν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, τότε αίρεται αυτοδικαίως η αργία.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος μπορεί να εκχωρεί την αρμοδιότητά του αυτή στον Γενικό Διευθυντή Προσωπικού & Εκπαίδευσης.

4. Ο ευρισκόμενος σε αργία απέχει κάθε υπηρεσίας, έχει όμως όλες τις λοιπές υποχρεώσεις και διατηρεί τα λοιπά δικαιώματά του, επιφυλασσομένης της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 12 παράγραφος Α2.

5. Προσωπικό που τέθηκε σε αργία λόγω στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας, αν αθωωθεί στην ποινική δίκη, δικαιούται πλήρεις αποδοχές κατά το διάστημα που ήταν σε αργία, με την επιφύλαξη των συνεπειών από τυχόν πειθαρχική καταδίκη για το αυτό αδίκημα. Για το προσωπικό που τέθηκε σε αργία συνεπεία πρωτόδικης πειθαρχικής καταδίκης, ή σε εφαρμογή της παραγρ. 3 του παρόντος άρθρου, ο χρόνος της αργίας και οι οικονομικές της συνέπειες συμψηφίζονται με τις συνέπειες της τελεσίδικης πειθαρχικής απόφασης. Τα επιπλέον παρακρατηθέντα ποσά επιστρέφονται.

6. Η τελεσίδικη ποινική καταδίκη του προσωπικού σε ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη αν δεν επέσυρε την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσής του, συνεπάγεται τη διατήρησή του σε κατάσταση αργίας για όλο το χρόνο κατά τον οποίο απέχει των καθηκόντων του λόγω εκτίσεως της ποινής. Σε περίπτωση καταδίκης σε μεγαλύτερη ποινή, το Διοικητικό Συμβούλιο εκτιμά τις περιστάσεις και αποφασίζει για τη διατήρηση τούτου σε κατάσταση αργίας για όλη τη διάρκεια της έκτισης της ποινής ή για την οριστική από την Υπηρεσία απόλυσή του.























ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΠΟΥ ΥΠΗΡΕΤΕΙ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ.

ΑΡΘΡΟ 41
Ενταξη κατά Κλάδο.

1. Το προσωπικό των Κλάδων Διοικητικού-Εκμεταλλεύσεως, Οικονομικού και Τεχνικού, παραμένει στους Κλάδους αυτούς.

2. Το προσωπικό της ειδικότητας Μεταφραστών εντάσσεται στο Διοικητικό-Εκμεταλλεύσεως Κλάδο.

3. Το προσωπικό των Κλάδων Γενικών Υπηρεσιών και Ειδικών Εργων, εντάσσεται στον Κλάδο Υποστήριξης

4. Το προσωπικό Ειδικής Μονιμότητας, το προσωπικό της Ειδικότητας Βοηθών Διαχειριστών Χρηματικού Υλικού και το προσωπικό του Κλάδου Μισθολογικής Διαβάθμισης, εντάσσεται σε ένα εκ των Κλάδων Διοικητικού-Εκμεταλλεύσεως, Οικονομικού, Τεχνικού ή Υποστήριξης, αναλόγως των τυπικών και ουσιαστικών του προσόντων, με απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου.

5. Το προσωπικό που έχει προσληφθεί σε εφαρμογή του άρθρου δεύτερου, παρ.2ε του ν.2257/94, μετά τη συμπλήρωση ενός έτους από την πρόσληψή του και εφόσον οι κρίσεις των προϊσταμένων του είναι θετικές, μονιμοποιείται με απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου και εντάσσεται στον Κλάδο Eξειδικευμένου Προσωπικού. Στον ίδιο Κλάδο εντάσσεται και το προσωπικό του Κλάδου Μισθολογικής Διαβάθμισης, που έχει προσληφθεί με την 412/610/29-9-87 απόφαση- προκήρυξη.

ΑΡΘΡΟ 42
Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα.

Η Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα του προσωπικού λαμβάνεται όπως αυτή είχε διαμορφωθεί από τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ και ΕΣΣΕ. Για το προσωπικό αυτό εξακολουθεί να ισχύει το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του προϊσχύσαντος ΓΚΠ.
Ο προσμετρούμενος κατά την ανωτέρω διάταξη χρόνος εφεδρικής υπηρεσίας είναι δυνατό να έχει αναγνωριστεί και σε οποιοδήποτε άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης, πέραν του ΤΑΠ-ΟΤΕ.

ΑΡΘΡΟ 43
Ενταξη κατά βαθμό.

Το μόνιμο προσωπικό, καθώς και το προσωπικό ειδικής μονιμότητας εντάσσεται με βάση τη Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητά του και τον τίτλο Σπουδών που κατέχει, στους αντίστοιχους βαθμούς του άρθρου 8 του παρόντος κανονισμού.
Ειδικότερα,το προσωπικό που κατέχει πτυχίο της ΑΤΣ- ΟΤΕ, έχει την ίδια βαθμολογική εξέλιξη με τους πτυχιούχους ΠΕ4.


ΑΡΘΡΟ 44
Ειδικότητες.

Το προσωπικό των Κλάδων Τεχνικού, Ειδικών Εργων και Γενικών Υπηρεσιών εξακολουθεί να παραμένει στις ειδικότητες που προβλέπονταν στον προϊσχύσαντα ΓΚΠ, ήτοι :

Ειδικότητες Τεχνικού Κλάδου
1.Τηλεπ. Μηχανικών
2. Πολιτικών, Αρχιτεκτόνων και Τοπογράφων Μηχανικών
3.Τεχνολόγων Μηχανικών- Λοιπού Τεχνικού Προσωπικού
4.Δικτύων
5.Εγκαταστάσεων
6.Ραδιοηλεκτρικών Εγκαταστάσεων
7.Δομικών Εργων
8.Σχεδιαστών
9. Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων
10.Μηχανολογικών Εγκαταστάσεων
11.Υπομηχανικών
12.Τεχνιτών- Οδηγών
13.Εργαστηρίων και Συνεργείων

Ειδικότητες Κλάδου Ειδικών Εργων
1.Οδηγών Αυτοκινήτου
2.Ταξινόμων
3.Διανομέων
4.Τηλεφωνητών Οικιακού Κέντρου
5.Μεταφραστών

Ειδικότητες Κλάδου Γενικών Υπηρεσιών
1.Κλητήρων
2.Φυλάκων
3.Εργατών
4.Καθαριστριών

ΑΡΘΡΟ 45
Είδος εργασίας.

Το προσωπικό εξακολουθεί να εκτελεί το είδος εργασίας που αντιστοιχούσε στον Κλάδο ή την Ειδικότητά του, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ.
Εφόσον όμως, λόγω μη υπάρξεως έργου ή μη υπάρξεως επαρκούς έργου, δεν δύναται να απασχοληθεί αποκλειστικά με το ανωτέρω είδος εργασίας, απασχολείται με είδος εργασίας άλλου Κλάδου ή Ειδικότητας, με την εξής διαδικασία :

1. Ο Γεν.Δ/ντής Προσωπικού και Εκπ/σης, ύστερα από πλήρως αιτιολογημένη πρόταση των Προϊσταμένων των Κεντρικών και Περιφερειακών Διευθύνσεων, προσδιορίζει κατά Υπηρεσία και Ειδικότητα τόσο τις ανάγκες σε προσωπικό,όσο και τον αριθμό του προσωπικού,που θα απασχοληθεί κάθε φορά με είδος εργασίας που αντιστοιχούσε σε άλλο Κλάδο ή άλλη Ειδικότητα.

2. Για την κάλυψη των πραγματικών αναγκών βάσει του ανωτέρω εδαφίου,δέον όπως διαδοχικά :

α. Υποβάλλονται αρμοδίως αιτήσεις για απασχόληση σε είδος εργασίας που αντιστοιχούσε σε άλλο Κλάδο ή άλλη Ειδικότητα εντός της αυτής έδρας.Σε περίπτωση υποβολής περισσοτέρων αιτήσεων, η επιλογή πραγματοποιείται από το οικείο Συμβούλιο.

β. Υποβάλλονται αρμοδίως αιτήσεις μεταθέσεως για άλλη έδρα,όπου υπάρχουν ανάγκες για απασχόληση σε είδος εργασίας που αντιστοιχούσε σε άλλο Κλάδο ή άλλη Ειδικότητα,που δεν δύναται να καλυφθούν από προσωπικό προερχόμενο εξ αυτών. Οι μεταθέσεις αυτές θεωρούνται ότι γίνονται λόγω υπηρεσιακών αναγκών.

γ. Οσάκις και μετά τα ανωτέρω δεν υπάρχει είδος εργασίας αντίστοιχο του Κλάδου ή της Ειδικότητας για αποκλειστική απασχόληση του συνόλου του εξ αυτών προερχομένου προσωπικού κάθε Υπηρεσιακής Λειτουργίας ,το Κεντρικό Συμβούλιο επιλέγει τα άτομα που θα απασχοληθούν υποχρεωτικά σε είδος εργασίας που αντιστοιχεί σε άλλο Κλάδο ή άλλη Ειδικότητα, με βάση την εμπειρία, τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα.



ΑΡΘΡΟ 46
Οριο ηλικίας.

1. Το προσωπικό που σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος κανονισμού δεν υπήγετο στο όριο ηλικίας των 65 ετών, απολύεται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του.
Από το προσωπικό αυτό, όσοι επιθυμούν, δύνανται με έγγραφη δήλωση που θα υποβάλουν στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού εντός τριμήνου από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος Κανονισμού, να προτιμήσουν το όριο ηλικίας των προϊσχυσασών διατάξεων.
Η ισχύς της παρούσας παραγράφου αρχίζει τρεις μήνες μετά την υπογραφή του παρόντος.

2. Για τον υπολογισμό του ορίου ηλικίας σύμφωνα με τις αναφερόμενες στο δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου διατάξεις, λαμβάνεται υπόψη το όριο που αντιστοιχούσε στο βαθμό που έφερε το προσωπικό την προηγουμένη της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του παρόντος. Η απόλυση λόγω ορίου ηλικίας συντελείται σε κάθε περίπτωση την επόμενη ημέρα της ημερομηνίας γεννήσεως.

3. Για το έτος 1999 το προσωπικό που έχει επιλέξει να αποχωρήσει λόγω ορίου ηλικίας την 31 Δεκεμβρίου, σύμφωνα με τον όρο 13 της από 10-5-96 εσσε, όπως τροποποιήθηκε με την από 9-6-98 εσσε, απολύεται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά από την ημερομηνία αυτή.

4. Για το προσωπικό που υπηρετεί κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος, θα εξακολουθήσουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 64 παρ.3 και 4 του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, καθώς και ο όρος 6 της από 21-3-89 εσσε.


ΑΡΘΡΟ 47
Λόγοι απολύσεως.

1. Για το υπόψη προσωπικό εξακολουθούν να ισχύουν από τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ :
α. Το άρθρο 19, παρ.1 εδ.ι (απόλυση λόγω 30ετίας κλπ)
β. Το άρθρο 19, παρ.2 (απόλυση γυναικών με 15 ή 25 χρόνια υπηρεσίας, κλπ)
γ. Ο όρος Δ3 της από 10-5-91 εσσε.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις το προσωπικό απολύεται αφού προηγουμένως εξαντλήσει την κανονική άδειά του.

2. Για την απόλυση λόγω 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας στον ΟΤΕ :

α. Ο χρόνος φοίτησης στη Σχολή Προσωπικού ΟΤΕ και ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας για όσους στρατεύθηκαν όντας υπάλληλοι του Οργανισμού δεν λαμβάνονται υπόψη, εφόσον το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, με αίτηση που θα υποβάλει στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, το αργότερο τρεις μήνες προ της ημερομηνίας απολύσεως.
Η απόλυση συντελείται την επομένη της συμπλήρωσης της 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας.
Ειδικά για όσους καταλαμβάνονται από την 35ετία εντός του 1999, η απόλυσή τους συντελείται την 31 Δεκεμβρίου, η δε κατά τα ανωτέρω αίτηση δύναται να υποβληθεί μέχρι την 30ή Νοεμβρίου του έτους αυτού.

β. Εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη του άρθρου 64 παρ.5 του προϊσχύσαντα ΓΚΠ (δυνατότητα μη υπολογισμού του χρόνου έκτακτης υπηρεσίας χωρίς στοιχεία ασφαλιστικής κάλυψης).

3. Για τις αιτήσεις απολύσεως που έχουν υποβληθεί μέχρι την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος Κανονισμού, η δίμηνη προθεσμία της παραγράφου 5 του άρθρου 17 αρχίζει από την ημερομηνία αυτή.

ΑΡΘΡΟ 48
Πειθαρχική διαδικασία και χρόνος διαγραφής ποινών

Πειθαρχικά αδικήματα που έχουν διαπραχθεί πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος Κανονισμού, εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού. Για τις Πειθαρχικές ποινές που έχουν επιβληθεί πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος και δεν έχουν διαγραφεί μέχρι της ημερομηνίας αυτής, εφαρμόζονται οι σχετικές με τη διαγραφή των ποινών διατάξεις του ισχύοντος Κανονισμού. Η ημερομηνία διαγραφής των ποινών αυτών δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι προγενέστερη εκείνης της ενάρξεως ισχύος του Κανονισμού αυτού.

ΑΡΘΡΟ 49

Λοιπές Μεταβατικές διατάξεις

1. Για το προσωπικό που αποχωρεί λόγω ορίου ηλικίας ή 35ετίας εντός του 1999, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 17 δεν ισχύει.

2. Οι μισθολογικές προαγωγές καθώς και οι προαγωγές στις ενιαίες θέσεις του έτους 1999 ή προηγουμένων ετών θα ολοκληρωθούν εντός του τρέχοντος έτους σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ. Το Συμβούλιο Προαγωγών και το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Προαγωγών θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν, με την προβλεπόμενη σύνθεσή τους, μέχρι την 31-12-99.

3. Η πλήρωση των θέσεων ευθύνης, οι οποίες έχουν προκηρυχθεί μέχρι της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του παρόντος, θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις της από 3-6-98 εσσε. Οι προϊστάμενοι που θα επιλεγούν θα διέπονται από την εν λόγω εσσε.
Για τους ήδη επιλεγέντες σύμφωνα με τις διατάξεις των από 28-3-97 & 3-6-98 ε.σ.σ.ε, εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι των ε.σ.σ.ε. αυτών.

4. Επιφυλασσομένης της διάταξης της παραγρ. 5 του άρθρου 41, έκτακτο προσωπικό αορίστου χρόνου, που υπηρετεί κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος θα εξακολουθήσει να υπηρετεί με την ίδια ιδιότητα μέχρι απολύσεώς του. Για το προσωπικό αυτό θα εξακολουθήσουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 24α του προϊσχύσαντος ΓΚΠ.







ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΑΡΘΡΟ 50
Τελικές διατάξεις

1. Οι αναφερόμενες στον ΓΚΠ- ΟΤΕ Υπηρεσιακές Λειτουργίες, ανεξάρτητα από την ονομασία αυτών νοούνται οι μνημονευόμενες και ονομαζόμενες στον ισχύοντα Υπηρεσιακό Οργανισμό, σε περίπτωση δε διχοτομήσεως Υπηρεσιακής Λειτουργίας, νοείται η κατά την κρίση της Διοίκησης συγγενέστερη, χωρίς οποιαδήποτε νομική επιρροή για την νομιμότητα της συγκρότησης ή της σύνθεσης του οικείου Συμβουλίου.

2. α. Οι αρμοδιότητες που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις του παρόντος Κανονισμού και ασκούνται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο ή τη Διοίκηση δύνανται με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου να μεταβιβάζονται περαιτέρω σε άλλα Οργανα.

β. Οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ αρμοδιότητες του Δ.Σ.-ΟΤΕ είναι δυνατόν, με απόφασή του, να μεταβιβάζονται περαιτέρω στο Δ/ντα Σύμβουλο ή σε άλλα Όργανα.

3. Επαναπρόσληψη στο μόνιμο προσωπικό, οπωσδήποτε εξελθόντος της Υπηρεσίας μονίμου προσωπικού, απαγορεύεται.

4. Λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού καθορίζονται με Εγκυκλίους του Διευθύνοντα Συμβούλου ή των Οργάνων που έχουν εξουσιοδοτηθεί από αυτόν σχετικά, εκτός εάν άλλως ορίζεται.

5. Διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ που υπογράφησαν μέχρι της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του παρόντος Κανονισμού και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του, παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή.

6. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από την υπογραφή της σχετικής ΕΣΣΕ, εκτός εάν άλλως ορίζεται.










ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ
ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ
ΣΤΑΘΜΗΣ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ ή ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΩ


Α/Α Κριτήριο Συντελεστής βαρύτητας Ανώτατο όριο μορίων
1 Γραμματικές γνώσεις 15% 75
2 Ξένες γλώσσες 5% 25
3 Προϋπηρεσία στον ΟΤΕ 5% 25
4 Άσκηση καθηκόντων Προϊστάμενου 5% 25
5 Ετήσια αξιολόγηση 5% 25
6 Επαγγελματική εμπειρία στο αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης 5% 25
7 Ικανότητες Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού 20% 100
8 Ικανότητες Σχεδιασμού, Οργάνωσης, Προγραμματισμού και Ελέγχου 20% 100
9 Προσωπικότητα - Κύρος 10% 50
10 Προσαρμοστικότητα - Ευελιξία 10% 50
100% 500



Σημείωση:
Το κριτήριο Ξένες Γλώσσες βαθμολογείται με συντελεστή 5% όταν η θέση απαιτεί τη γνώση δύο ξένων γλωσσών.

Ο συντελεστής αυτός μειώνεται σε 3% όταν η θέση απαιτεί τη γνώση μιας ξένης γλώσσας. Το υπόλοιπο 2% μεταφέρεται σε άλλο κριτήριο.

 

blogger templates | Make Money Online